Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

ΑΓΑΠΗ Χ 3 (ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ)


Όταν ήμουν πλέον 4-5 ετών (για να επανέλθω στο 1980), ο Γιώργος είχε πάρει την απόφασή του. Η Πίτσα είχε δηλώσει τη σύμφωνη γνώμη της και χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα στο Παλαιό Φάληρο («κυριλέ» νότιο προάστιο, που παρά τα όσα του έχω καταλογίσει κατά καιρούς, δεν παύει να είναι το μέρος όπου μεγάλωσα και που αγαπώ πολύ – άλλωστε η περιοχή είναι εξαιρετική και, πέραν των νεόπλουτων, είχα την τύχη να γνωρίσω πολλούς ανθρώπους που θα «έγραφαν» μέσα μου για πάντα, με πρώτες και καλύτερες τις κολλητές  / αδελφές μου που είναι σαν την ΙΟΝ Αμυγδάλου, «πρώτες μου αγάπες και παντοτινές»). Το καινούργιο μας «σπίτι» είναι κατά 20τ.μ. μεγαλύτερο από το «Παγκράτι», όσο χρειάζεται δηλαδή για να έχω δικό μου δωμάτιο με ολοκαίνουργια έπιπλα (ενθουσιασμός)!!!

Μακριά από οτιδήποτε οικείο και χωρίς να έχω πλήρη επίγνωση του επαγγέλματος του πατέρα μου ως τότε, εκτός του ότι πήγαινε «στο γραφείο» κάθε πρωί (απ’ όπου με έπαιρνε κάποιες φορές τηλέφωνο και με έβαζε να απαγγέλω ποιήματα στους συναδέλφους του – είμαστε μεγάλα νούμερα οικογενειακώς, το είπαμε), έμαθα, χωρίς να κάνει ιδιαίτερη εντύπωση στο παιδικό μου μυαλό, ότι από εδώ και στο εξής έχουμε δικό μας «φούρνο» – όχι ηλεκτρικό, κουζίνας, αλλά από αυτούς που τότε καίγανε μαζούτ…

Ναι, ο Γιωργούλης είχε αποφασίσει στα 40 του χρόνια να γίνει φούρναρης, χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα!!! Η ειρωνεία της επιλογής είναι μεγαλύτερη αν σκεφτεί κανείς ότι ο πατέρας μου δεν τρώει ούτε τηγανιτές πατάτες με τα χέρια (αντικείμενο ανελέητου πειράγματος από εμένα και τη μάνα μου), διότι θέλει πάντα να τα «νιώθει» καθαρά… Άραγε πόσο είχε σιχτιρίσει με το υπαλληλίκι που το άντεξε κι αυτό μέσα σε όλα τα άλλα!!!

Ο Γιώργος έχασε 15 κιλά μέσα σε 3 μήνες, ξύπναγε στις 2-3 το πρωί και κοιμόταν στις 10 το βράδυ, προσέλαβε έναν έμπειρο αρτεργάτη που έπαιξε και το ρόλο του «δασκάλου» του και σε 2-3 χρόνια είχε στήσει πλέον ένα καλό μαγαζί, με αυξανόμενη πελατεία… Η Πίτσα, σε αντίστοιχους ρυθμούς, ξύπναγε στις 5 για να μαγειρέψει (έπρεπε να τρώνε κιόλας, κι αν όχι οι ίδιοι, «το παιδί»!!!) και από τις 7-7:30 αναλάμβανε «υπηρεσία»… Όχι επειδή είναι γονείς μου, αλλά η τιμιότητά τους (για την οποία πολλές φορές αυτοσαρκάζονται, λέγοντας πως είναι οι «μαλάκες» της σημερινής εποχής κι έκαναν ένα παιδί ίδιο… που είναι γεγονός), η ευγένεια, η σοβαρότητα και το αυθεντικό τους χαμόγελο, τους έκαναν ιδιαίτερα αγαπητούς στη γειτονιά, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή.

Ευτυχώς, πρόλαβε η γλυκιά γιαγιά μου, εκείνη που μου μάθαινε τα ποιήματα που απήγγειλα από το τηλέφωνο και ήθελε ο γιός της να φοράει γραβάτα (ειρωνείας συνέχεια, ο Γιωργούλης σιχαίνεται τις γραβάτες), να δει ότι αυτή η απρόσμενη επιλογή του, τελικά, μάλλον ήταν «για καλό». Τόση επίγνωση της νοοτροπίας, στην οποία πήγε κόντρα, είχε ο πατέρας μου, που είχε ανακοινώσει την απόφασή του στην οικογένειά του στο χωριό, αφού πλέον είχε «κλείσει» το μαγαζί και δεν υπήρχε δρόμος προς τα πίσω… Κόντρα στο «κατεστημένο» της ανατροφής του – μεγάλη υπόθεση!.. Το σοκ και δέος που λέγαμε…

Η γιαγιά πέθανε ήσυχα, με ένα χαμόγελο όπως τη θυμάμαι πάντα, Πρωταπριλιά του 1983 (μοιάζει, σαν χτες, που νομίζαμε ότι μας έκαναν κακόγουστο αστείο όταν μας τηλεφώνησαν για να μας ενημερώσουν) και μόνο τώρα, που γράφω αυτές τις γραμμές, συνειδητοποιώ ότι έχουν περάσει ακριβώς 30 χρόνια... Αυτό κι αν είναι ΣΟΚ!!!

Φούρναρης λοιπόν ο απόφοιτος της Παντείου… Φουρνάρισσα η δημόσιος υπάλληλος… Κόρη «αρτοποιού» εγώ! Μέχρι να τελειώσω το δημοτικό αυτό απαντούσα όταν με ρωτούσαν τι δουλειά κάνει ο πατέρας μου… Πόσο γελάω όταν το θυμάμαι, ειδικά την έκφραση των συμμαθητών μου, που δεν είχαν ιδέα τι σημαίνει «αρτοποιός», αλλά μόνο κάποιοι είχαν τολμήσει να ζητήσουν διευκρινίσεις… Στα 12-13 άρχισε να πήζει ο εγκέφαλός μου, πέταξα το σχετικό κόμπλεξ και γέλαγα δυνατά όταν μου έκαναν το «αστείο» της εποχής «Ζαχαροπλάστης είναι ο μπαμπάς σου;;;»… Φούρναρης ρε και με μουστάκι!!!

Τα πρώτα 7-8 χρόνια, ο φούρνος αποτελούσε για μένα σημείο αναφοράς… Περνούσα για ένα «γεια» το πρωί, περνούσα για ένα άλλο «γεια» το μεσημέρι πριν πάω σπίτι, άλλες φορές καθόμουν και λίγο, πολλές φορές έπαιρνα γλειφιτζούρια, γαριδάκια και άλλες αηδίες και τις μοίραζα στους φίλους μου ή σε όποιο παιδάκι συμπαθούσα («Αγάπη μου θα το ρίξουμε έξω το μαγαζί… Χαλαρά με τα κεράσματα!!!» μου έλεγαν οι γονείς μου, αλλά που να καταλάβω εγώ τι εννοούσαν – αφού ήταν στο μαγαζί μας, ήταν τσάμπα!!!)…

Μεγάλωνα μαζί με το μαγαζί, χωρίς συνεχή επίβλεψη, γεγονός που με έκανε να νοιώθω «μεγάλη» (και σίγουρη σαν την Interamerican)… Η μάνα μου κάποια στιγμή στα 15 μου, μου εκμυστηρεύτηκε ότι αισθανόταν η πιο κακιά μάνα του κόσμου, διότι μεγάλωσα «με τον αυτόματο»… Πού να ήξερε πόσο υπέροχη δουλειά είχε κάνει και πόσο καλό μου έκανε αυτή η πρώιμη ανεξαρτησία. «Ποιότητα ρε μάνα», ποιότητα στην επικοινωνία και την επαφή χρειάζεται και όχι «ποσότητα», της έλεγα πάντα και ελπίζω να έχει πειστεί πια…

Αλήθεια, δεν το λέω για παρηγοριά, ούτε ως δικαιολογία. Το εννοώ!!! Νομίζω ότι οι ατελείωτες συζητήσεις που έχω κάνει με τον Γιωργούλη σε στιγμές χαλαρότητας, είναι ότι καλύτερο μου έχει προσφέρει (και δεν έχει προσφέρει λίγα, γενικώς), μαζί με το διάβασμα των τίτλων της εφημερίδας, όταν ήμουν 3-4 ετών και ξάπλωνα δίπλα του το μεσημέρι για «να διαβάσουμε, μέχρι να μαζέψει η μαμά τα πιάτα»… Η «μαμά», που ο ελληνικός καφές κάποια απογεύματα μαζί της στην κουζίνα θα αποτελεί πάντα την προσωπική μας «ιεροτελεστία»… ΟΚ, μην φανταστείτε ότι είμαστε η τέλεια οικογένεια των τηλεοπτικών σήριαλ, φυσικά και έχουν πέσει ηρωικοί καυγάδες όλα αυτά τα χρόνια - ευτυχώς, όμως, δεν πέσαμε θύματα τους εμείς - οπότε για εμένα, όντως, είμαστε τέλειοι, όπως και να’ χει…

Δεν έτρεχε τίποτα που σε άλλα πολλά ήταν απόντες, δε με πείραξε ποτέ… Αντιθέτως, μου άρεσε που μου είχαν εμπιστοσύνη κι ας ήταν για εκείνους αναγκαίο κακό. Άλλωστε μου φαινόταν πολύ γελοία (όπως και στους ίδιους τους γονείς μου) η συμπεριφορά κάποιων full-time μαμάδων που το μόνο που κατάφερναν ήταν να σπάνε τα νεύρα των παιδιών τους, αλλά και των υπολοίπων… Τί έγινε που δεν έρχονταν στο σχολείο να ρωτήσουν για την «πρόοδο» μου και να παραλάβουν τον έλεγχο; Τί έγινε που δεν μπορούσαν να παρευρεθούν σε σχολικές γιορτές και λοιπές εκδηλώσεις; Τί θα γινόταν αν ήταν περισσότερο «κοντά μου» με την αυστηρά κυριολεκτική έννοια της λέξης; Τίποτα.

Τα «Σιαμαία» ήταν και είναι πάντα τόσο παρόντες στα σημαντικά και αυτό είναι που μετράει τελικά, αυτό είναι το μόνο που μετράει!!!

………………………

Ήμουν τυχερή, πολύ τυχερή… Είχα αγάπη, φροντίδα και έλεγχο (εκτός από προδέρμ). Διότι το ότι ήμουν αρκετά πιο ανεξάρτητη από άλλα παιδιά της ηλικίας μου δε σήμαινε ότι έκανα κι ότι ήθελα… Το ακριβώς αντίθετο μάλιστα – σε όλα υπήρχε μέτρο. Μοναχοκόρη μεν, «δε θα την κάνουμε κωλόπαιδο» δε… Αυτή ήταν η κοινή γραμμή πλεύσης, σε συνδυασμό με την τακτική του καλού - κακού μπάτσου (εναλλάξ) και του «μια στο καρφί και μια στο πέταλο».

Σε αυτό το πλαίσιο, όταν έφτασα σε ηλικία που μπορούσα να φτάνω τα ψηλά ράφια του «πάγκου» και να δίνω ρέστα, άρχισα να βοηθάω στο μαγαζί κάθε Σάββατο… αργότερα να το «κρατάω» μόνη μου τα καλοκαιρινά απογεύματα και, όταν άρχισα να οδηγώ, έκανα και διανομές – ήταν πια αρχές του ’90, οπότε το «επάγγελμα» είχε απελευθερωθεί και οι φούρνοι προμήθευαν τη «νέα τάξη πραγμάτων» που ήταν τα πρατήρια (αν και γνωστός αθυρόστομος ο Γιωργούλης, τα μπινελίκια που έχει ρίξει στον Α. Ανδριανόπουλο, τότε Υπουργό Ανάπτυξης, δε νομίζω ότι τον έχω ακούσει να τα ρίχνει ποτέ ξανά σε κανέναν).

Όλα αυτά όταν οι συνομήλικοί μου έκαναν 3 μήνες διακοπές το καλοκαίρι και ατελείωτες βόλτες Χριστούγεννα και Πάσχα, εποχές που για το μαγαζί ήταν «κόλαση»… Απίστευτη δουλειά, ατελείωτες ώρες, ασύλληπτη κούραση… Η λέξη «ρεβεγιόν» μας ήταν άγνωστη, αφού τελειώναμε τη δουλειά στις 10 το βράδυ (ο πατέρας μου έκλεινε 24ώρο όρθιος), και γι’ αυτό, μέχρι και σήμερα, το «εορταστικό» τραπέζι γίνεται μεσημέρι Χριστουγέννων και ανήμερα Πρωτοχρονιάς (η δύναμη της συνήθειας). Ομολογώ ότι, αν και συχνά αναπολώ με γλύκα εκείνη την εποχή, τότε ένιωθα πολύ «αδικημένη» σε σχέση με τις φίλες μου και ευχόμουν να είχε παραμείνει ο πατέρας μου υπάλληλος, ώστε να μη χρειάζεται βοήθεια και να μην ταλαιπωρείται έτσι (ούτε αυτός, ούτε εγώ…). Κούνια που με κούναγε!!!

«Αν δεν ήταν ο φούρνος, δεσποινίς, πολλά πράγματα θα ήταν αλλιώς και όχι με την καλή έννοια...» (φώναζε το υποσυνείδητο), διότι για πάνω από 20 χρόνια (τα μισά από αυτά «ρόδινα») «αυτός σε ζούσε»… Σωστό, σωστότατο!!! Μόνο που στην εφηβεία θεωρείς τόσα πράγματα δεδομένα και τόσα άλλα δικαίωμά σου, που είναι δύσκολο να σκεφτείς με αυτό τον τρόπο. Λίγα χρόνια μετά, τα βλέπεις όλα από άλλο πρίσμα, εκτιμάς αυτό που σου προσφέρεται απλόχερα και χαίρεσαι ενδόμυχα που συμμετείχες ενεργά στην προσπάθεια των ανθρώπων που «ζουν και αγωνίζονται για σένα». Προς αποφυγή του μελό, οφείλω να πω ότι οι λέξεις φέρουν την κυριολεκτική τους έννοια και με το παραπάνω… ΖΩΗ & ΑΓΩΝΑΣ => ΑΓΩΝΑΣ ΖΩΗΣ… χωρίς καμία διάθεση υπερβολής, αυτό ήταν…

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου