Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

ΣΤΟΝ ΙΣΤΟ ΤΟΥ ΙΣΤΟΥ...


Διαβάζω διάφορα τελευταία που με προβληματίζουν - άλλοτε περισσότερο, άλλοτε λιγότερο - για πολλούς λόγους. Κυρίως, όμως, με προβληματίζουν πολλά κείμενα που δεν καταφέρνουν ή δε θέλουν να μπουν στην ουσία του θέματος που πραγματεύονται. Δεν ξέρω αν συμβαίνει λόγω περιορισμών στο μέγεθος του κειμένου ή λόγω ανικανότητας, οπότε θεωρούνται «ολοκληρωμένα» από τους ίδιους και τα ηλεκτρονικά μέσα που τους φιλοξενούν. Η ουσία είναι ότι το παρατηρώ ολοένα και πιο πολύ, γεγονός που με έχει ξενερώσει λίγο… Ωραίο πράγμα η πολυφωνία. Ωραιότατο πράγμα το διαδίκτυο που δίνει την ευκαιρία σε οποιονδήποτε να εκφραστεί ελεύθερα και να το μοιραστεί με τον κόσμο όλο. Ωραίες όλες αυτές οι πρωτοβουλίες για ιστοσελίδες παντός τύπου και ύφους, αλλά…

Θα μου πείτε, «Γιατί, εσύ τί κάνεις;;;». Σωστά. Κάτι τέτοιο, πάνω-κάτω, κάνω κι εγώ, αλλά η διαφορά είναι ότι εγώ γράφω για την πάρτη μου και με διαβάζουν μερικοί φίλοι, δεν την έχω δει blogger, ούτε ταξιδιωτικό ή lifestyle «έντυπο».

Όταν έχεις κάποια έσοδα από διαφημίσεις. Όταν έχεις την αξίωση να σε πάρουν σοβαρά ή έστω να δημιουργήσεις τη δική σου «ταυτότητα», τότε οφείλεις να έχεις και τον ανάλογο μηχανισμό που θα διορθώνει, ελέγχει ή απορρίπτει, ενδεχομένως, κάποια κείμενα… Δεν «ανεβάζεις» ότι να’ ναι.

Ο ένας γράφει για το Χ χωρίς να τον αφορά ή να του έχει συμβεί. Η άλλη γράφει για το Ψ επειδή το «έχει ζήσει μέσα από τους φίλους της». Ο τρίτος απλώς παπαγαλίζει… ΟΚ. Καλώς. Κάντε όμως μια σοβαρή τοποθέτηση και όχι copy-paste από σκόρπιες κουβέντες που είπατε ένα βράδυ σε ένα μπαρ. Δε λέω, εξαιρετικές οι κουβέντες στα μπαρ, αρκεί η «απομαγνητοφώνηση» να γίνεται όταν είσαι νηφάλιος και με διάθεση να εμβαθύνεις…

Για να μην πιάσω τα free press που, ειδικά, κάθε καλοκαίρι βγάζουν ένα τεύχος αρχές Αυγούστου τόσο στην ξεπέτα που περιλαμβάνει άρθρα από προηγούμενα έτη όχι μια, αλλά περισσότερες φορές. Τα θυμάμαι απέξω;;; Κι όμως, κάποια τα θυμάμαι πολύ καλά διότι όπως με έκαναν να γελάσω (για να μην κράξω) την πρώτη φορά, έτσι και χειρότερα συνέβη τις επόμενες… Αυτό κι αν το θεωρώ απαράδεκτο!!!

Για να επανέλθω όμως, ωραία όλη αυτή η «ελευθερία» που μας έχει δοθεί απλόχερα και χωρίς κανένα κόστος (οικονομικό αν μη τι άλλο), αλλά δε χρειάζεται να το γαμήσουμε. Ας κάνουμε λίγη προσπάθεια…

Γράψτε λιγότερο, αλλά γράψτε καλύτερα. Μη φοβάστε να μπείτε στο θέμα σε βάθος με τον κίνδυνο μήπως γίνετε δυσάρεστοι στον αναγνώστη. Αν αυτό συμβεί είναι καλό, διότι δείχνει ότι όντως εκφράζετε μια άποψη, η οποία φυσικά και βρίσκει κάποιους – ίσως πολλούς – αντίθετους με αυτή. Αυτό έχει σίγουρα περισσότερο ενδιαφέρον όταν, βεβαίως, δε φτάνει στα όρια του τρολαρίσματος, δηλαδή «κόντρα» για την κόντρα.

Από την άλλη, εσείς που όντως μοιράζεστε τη γνώμη σας χωρίς φόβο, αλλά με πάθος, φροντίστε να μη μένετε στην επιφάνεια. Δώστε σε αυτόν που μπήκε στη διαδικασία να σας διαβάσει μια αρχή, μέση και τέλος, όπως μου έλεγε ο φίλος μου ο Luis ότι είχε μάθει στο σχολείο και συνέχιζε να εφαρμόζει στα 45 του, όταν τον πείραζα γελώντας με τα email του που έμοιαζαν με εκθέσεις ιδεών…

Το φαινόμενο της εποχής: μακρόσυρτη εισαγωγή, βιαστική ανάπτυξη και σχεδόν ανύπαρκτος επίλογος. Αποτέλεσμα; Με βάζεις στο τριπάκι κι εκεί που αρχίζω να φτιάχνομαι, τελειώνεις και φεύγεις. Έτσι απλά. Τόσο σκληρά. Με άλλα λόγια, ξενέρωσα.

Διέγειρε μου τον εγκέφαλο – γι’ αυτό δε γράφεις άλλωστε;;; Μη με αφήνεις με ένα μειδίαμα στα μούτρα και ένα, «ντιιιιν» (όπως στα cartoon), ερωτηματικό πάνω από το κεφάλι… Κάνε να μην πω στο τέλος «Ε και;;;», αλλά να χαμογελάσω ή να προβληματιστώ ή να στενοχωρηθώ, να νιώσω κάτι τέλος πάντων εκτός από απογοήτευση και αδιαφορία.

Δε γίνεται, ρε αδερφέ, εσύ που γράφεις δήθεν «συμβουλές» ή θέλεις να περάσεις κάποιο μήνυμα ή/και να προβληματίσεις σχετικά με τη ζωή, την κοινωνία, τον άνθρωπο, τις σχέσεις, την πολιτική, την ψυχολογία και μια σειρά άλλα «καυτά» θέματα να γράφεις κούφια κείμενα. Όχι, είναι κρίμα και, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, να διευκρινίσω ότι το θέμα δεν είναι αν ένα κείμενο θα είναι «άρτιο» με τη στενή έννοια του όρου (αρχή-μέση-τέλος), αλλά να αφήνει κάτι… Αν δεν το κατέχεις, άστο σε αυτούς που θέλουν και μπορούν και γράψε καλύτερα ημερολόγιο ή λεύκωμα - να έχεις να το διαβάζεις στα γεράματα…

Είμαι υπερβολική; Ίσως.

Δυσάρεστη; Μάλλον.

Αυστηρή; Σίγουρα.

Ο λόγος;

Δεν είναι όλα για όλους. Τέλος.

Έκαστος στο είδος του κι η Nespresso στους καφέδες.

Οπότε, κλείνοντας, απευθύνομαι κυρίως στους «υπεύθυνους ύλης» ή/και «σύνταξης» και τους προτρέπω να είναι πιο απαιτητικοί, προσεκτικοί και αυστηροί όσον αφορά στα κείμενα που φιλοξενούν στις (ιστο)σελίδες τους. Από θεματολογία μέχρι περιεχόμενο, καλό θα είναι να υπάρχει ουσία. Τα άρθρα που περιλαμβάνονται στις σελίδες σας λένε πολλά για το περιοδικό σας – ηλεκτρονικό ή μη. Είναι το DNA του. Αυτό τα λέει όλα…

Άλλωστε υπάρχει πάντα η δυνατότητα για όλους να πουν/γράψουν ότι τους κατέβει στα κοινωνικά δίκτυα, σε δικά τους blog και τόσα άλλα μέσα, γιατί να τους «μαζεύετε» εσείς;;;

They give you a bad name – για να παραφράσω τον κύριο Jon Bon Jovi (κράξτε αλύπητα)…

:::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::

Τώρα να πω την αλήθεια για αλλού ξεκίνησα κι αλλού με πήγε, αλλά δε βαριέσαι… δε γράφω δα και στους New York Times!!! ;)
 
 

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΕΙΝΑΙ...


Διαβάζοντας (πάλι) ένα (άλλο) άρθρο για τα πράγματα που θυμίζουν, συμβολίζουν και, τέλος πάντων, «είναι» καλοκαίρι, μπήκα στον πειρασμό να γράψω τι είναι καλοκαίρι για μένα και, ίσως, τους περισσότερους φίλους μου (τέτοια εμμονή, σε καλό μου φέτος!!!).

Οπότε, έχουμε και λέμε…

Καλοκαίρι είναι:

ü Να είσαι αφηρημένος μπροστά στον υπολογιστή, ενώ τρέχουν μπροστά σου εικόνες από παραλίες, θάλασσες, ξέγνοιαστες μέρες και μεθυσμένες νύχτες (ενίοτε και μέρες).

ü Να προσπαθείς να βρεις χρόνο για τις απαραίτητες προετοιμασίες, έχοντας ελεύθερο μόνο το πρωινό πριν την αναχώρησή σου.

ü Να προγραμματίζεις τι θα πάρεις μαζί σου, ώστε να αποφύγεις τις υπερβολές περασμένων ετών, και τελικά να φεύγεις πάλι φορτωμένη με «περιττά» ρούχα και αξεσουάρ (η χρήση θηλυκού γένους φυσικά και δεν είναι τυχαία).

ü Το γνωστό σαπιοκάραβο να φαντάζει το «Πλοίο της Αγάπης» κατά την αναχώρηση από τον Πειραιά (κατά την επιστροφή μάλλον με πειρατικό όπου είσαι αιχμάλωτος μοιάζει).

ü Το τελευταίο μισάωρο του ταξιδιού να είναι ατελείωτο.

ü Η άφιξη στο νησί να σου δημιουργεί ρίγος… σαν να είναι η πρώτη φορά.

ü Να ξεχνάς που έχεις αφήσει το κινητό σου (κι αν δεν το ξεχνάς, να είναι πάντα στο «αθόρυβο»).

ü Τα πρωινά που δεν καταλήγουν ποτέ στη θάλασσα, αλλά περνάνε σε μεζέ και μεσημεριανό χωρίς να το καταλάβεις (συχνά και σε δείπνο).

ü Τα πρωινά που ηθελημένα έχεις «κάψει» τη θάλασσα.

ü Η χρυσή άμμος.
 
 
 


ü Τα γαλαζοπράσινα νερά.

ü Τα γέλια – τα ξέφρενα γέλια.

ü Οι χαλαρές συζητήσεις που δεν καταλήγουν πουθενά.

ü Το ασταμάτητο τσούγκρισμα ποτηριών που σπάει τα νεύρα της διπλανής παρέας.

ü Τα φρέσκα ψάρια.

ü Τα σουβλάκια στην «πλατεία» που σε κάνουν να νιώθεις έφηβος.

ü Τα ρεμπετο-λαϊκά που δεν ακούς παρά μόνο στο νησί.

ü Οι μεθυσμένες αγκαλιές.

ü Τα γλυκά χαμόγελα.

ü Οι απρόσμενες συγκινήσεις.

ü Τα θολωμένα βλέμματα.

ü Οι αθλοπαιδιές στην ακροθαλασσιά.




ü Οι γελοίες φωτογραφίες.

ü Οι μεταμεσονύκτιοι έρωτες της ζάλης (και της παραζάλης).

ü Η αναζήτηση του «που έχει θέμα σήμερα».

ü Το στρίμωγμα στα τραπέζια γιατί «όλοι οι καλοί χωράνε» κι ας μην τους γνώριζες μέχρι χθες.

ü Οι ρεβυθοκεφτέδες και οι τηγανιτές πατάτες της Μαργαρίτας.

ü Ο ωμός τόνος «καρπάτσιο» του Μάρκου – και τόσα πολλά άλλα.

ü Η αστακομακαρονάδα της Κατερίνας.

ü Το τυρί «Ανάφης» που είναι από την Ίο. Ναι, μάλιστα!!!

ü Η «πασαρέλα» για να πας στο μπάνιο (του σπιτιού).

ü Η μια ρακή πριν το μπάνιο που καταλήγει να γίνει η πρώτη από πολλές…

ü Το λευκό κρασί στο δείλι.

ü Το περπάτημα στις ανηφόρες-κατηφόρες που μοιάζει με επικίνδυνη αποστολή.

ü Τα κεράσματα από όλους σε όλους.

ü Τα πιτσιρίκια που μεγάλωσαν, αλλά αδυνατείς να το συνειδητοποιήσεις.

ü Ο «βράχος» που σε μαγεύει σαν να μην τον έχεις ξαναδεί.

 



ü Το ξημέρωμα στις «Μάντρες».

ü Να σε χαιρετούν με πλατύ χαμόγελο και να μη θυμάσαι που στα κομμάτια τον/την/τους ξέρεις.

ü Να κοιμάσαι «με τα αλάτια».

ü Να ξανακοιμάσαι «με τα αλάτια».

ü Να ξεχνάς τι μέρα είναι.

ü Να κουβαλάς βιβλία και να μη διαβάζεις ούτε μισό.

ü Να κουβαλάς αντηλιακά, ενυδατικές και άλλα συναφή και να μένουν στο ράφι.

ü Να ακούς τις ίδιες ιστορίες ξανά και ξανά και να τις απολαμβάνεις με (σχεδόν) τον ίδιο ενθουσιασμό.

ü Να σου φαίνονται όλοι ίδιοι με πέρυσι, πρόπερσι… με δέκα χρόνια πριν.

ü Να κλείνεις τα μάτια και να σκάβεις την άμμο με τις πατούσες.

ü Να λαγοκοιμάσαι στην παραλία ακούγοντας σαν σε όνειρο τη συζήτηση των φίλων σου.

ü Να μπαίνεις στο νερό και να νιώθεις ελεύθερος.

ü Να νιώθεις, γενικά, ελεύθερος.

ü Να μη σε νοιάζει που το μανικιούρ-πεντικιούρ έχει εξαφανιστεί από την 3η μέρα.

ü Οι μεγαλύτεροι προβληματισμοί να είναι σε ποια παραλία θα πας και που θα φας…

ü Να πίνεις νερό μόνο στην παραλία.

ü Να χορεύεις σαν να μην υπάρχει κανείς γύρω σου.

ü Να μελαγχολείς άνευ λόγου…

ü Να σφίγγει η καρδιά σου 1-2 μέρες πριν την αναχώρηση σου από το νησί.

ü Να μην έχεις προλάβει να πας (για άλλη μια φορά) στην πάνω μεριά.

ü Να νιώθεις ότι ένα κομμάτι σου το αφήνεις πίσω…

ü Να κατεβαίνεις στο λιμάνι τελευταία στιγμή για να απολαύσεις ακόμη και τα τελευταία δευτερόλεπτα.

ü Να λες από μέσα σου «θα ξανάρθω» και «εις το επανειδείν»…

ü Να μένεις αμίλητος καθώς το καράβι απομακρύνεται.

ü Να κοιτάς αποχαυνωμένος μέχρι να «σβήσουν» και τα τελευταία φωτάκια της Χώρας.

ü Να γυρνάς στην άδεια Αθήνα και να αναρωτιέσαι γιατί τη βρίσκουν γοητευτική.

ü Να λυπάσαι που δεν τους είδες (πάλι) όλους.

ü Να κάνεις πλάνα για το επόμενο ταξίδι…

ü Να θες να χαστουκίσεις αυτούς που εύχονται «Καλό Χειμώνα» από τις 15 Αυγούστου!!!

ü Να δίνεις κρυφές υποσχέσεις στον εαυτό σου για το επόμενο καλοκαίρι.

ü Να κάνεις (κρυφά) πλάνα για το επόμενο καλοκαίρι.

ü Να αναρωτιέσαι (για πολλοστή φορά) πότε πέρασε κι αυτό το καλοκαίρι!..

ü Να γελάς μόνος σου καθώς σου έρχονται στο μυαλό στιγμές από τις διακοπές.

ü Να απαντάς με ένα λακωνικό «καλά» στην ερώτηση «πώς πέρασες;», αφού σου είναι αδύνατον να περιγράψεις με λόγια το πώς πραγματικά ήταν.

ü Να γράφεις ένα σωρό ασυναρτησίες, μόνο και μόνο επειδή σε κάνουν να νιώθεις ότι το καλοκαίρι δεν τελείωσε και ότι είσαι κοντά στους ανθρώπους που αγαπάς και στο νησί που λατρεύεις…
 

 

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

ΓΕΥΣΗ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ...


Διαβάζοντας ένα άρθρο για τα καλοκαίρια των παιδικών μας χρόνων άπειρες εικόνες έκαναν την εμφάνισή τους από τα δικά μου καλοκαίρια… Εικόνες, γεύσεις, μυρωδιές… Φυσικά όλες όμορφες και γεμάτες γλύκα, αφού η επιλεκτική μου μνήμη – όχι μόνο η δική μου - έχει αυτή την ιδιαίτερη ιδιότητα να θάβει τα «άσχημα» και να κρατάει μόνο τα καλά, γεγονός που δε βοηθάει πάντα - ο νοών νοείτω… Ίσως πάλι να ήταν όντως όλα όμορφα και γλυκά σαν παγωτό καϊμάκι…

Η γεύση του καλοκαιριού. Ναι, αυτό ήταν και είναι ακόμη… ΑΛΟΜΑ Καϊμάκι (του λίτρου)!!! Η γεύση κατατεθέν όχι μόνο των διακοπών κοντά στους παππούδες, αλλά της ίδιας της σχέσης μου με τον παππού μου. Ήταν η κοινή μας «αμαρτία», μια αγάπη που αντικατόπτριζε τη δική μας αγάπη. ‘Ήταν αυτό που έκανε τις τιμωρίες που μου έβαζε η γιαγιά πιο υποφερτές, το μυστικό μας όταν εκείνη γυρνούσε (και καλά) την πλάτη.

Δε θα ξεχάσω ποτέ ένα απόγευμα που η γιαγιά δε με πήρε μαζί για μπάνιο επειδή δεν είχα φάει όλο το φαγητό μου και ήμουν αμίλητη (καλά, αμίλητη δεν ήμουν, αλλά έτσι έλεγε η γιαγιά όταν ήθελε να εκφράσει μεγάλη στενοχώρια). Εκτός από την απογοήτευση μου για την τιμωρία, αυτό που με είχε πειράξει περισσότερο ήταν που οι ξαδέρφες μου αντί να με υποστηρίξουν και να μην πάνε ούτε αυτές στη θάλασσα, ως ένδειξη διαμαρτυρίας, ετοιμάστηκαν και την έκαναν σαν να μην έτρεχε τίποτα (ήμουν ανέκαθεν αφελής όσο αφορά στις προσδοκίες μου, τα έχουμε πει πολλάκις)...
Τέλος πάντων.  

Με είδε ο άμοιρος ο παππούς μέσα στη θλίψη και πετάει την ιδέα-κλειδί να πάμε στο «ΜΑΤΙ» (μάλιστα, το μπακάλικο-μανάβικο της γειτονιάς είχε αυτό το εμπνευσμένο όνομα) να πάρουμε παγωτό και κάτι άλλα πραγματάκια… Έλαμψα!!! Η θάλασσα, το μπάνιο, η παρέα έκαναν ένα «πουφ» κι εξαφανίστηκαν από το μυαλό μου - προσωρινά. Το παγωτό αγοράστηκε σε χρόνο μηδέν και με το που γυρίσαμε σπίτι, έφερα δυο κουτάλια, κάθισα στην αυλή και άνοιξα το καπάκι βάζοντας ολόκληρη τη συσκευασία ανάμεσά μας. Μάταια ο παππούς προσπαθούσε να με πείσει να βάλουμε παγωτό στα μπολάκια που είχε φέρει. «Σιγάααα» μου έλεγε, «δε θα στο πάρει κανείς, άσε λίγο και για τα κορίτσια!!!». Με το που ακούω το τελευταίο, μου γυάλισε το μάτι… «Δε θα τους αφήσω τίποτα, αυτές πήγαν για μπάνιο!!! Τίποτα, ακούς;» (σιγά μην το άφηνα να περάσει – είπαμε, προσωρινά είναι αυτά) και συνέχισα να σκάβω μέσα στο παγωτό με λαχτάρα και δήθεν θυμό. Εκείνος ατάραχος γελούσε χαλαρά και απολάμβανε το θέαμα… Ναι, με αυτό του το γέλιο με «έριχνε» και τον άκουγα, αν και όχι αμέσως… Έπρεπε να κάνω και λίγο το δικό μου πρώτα, καταλαβαίνετε…

Τέτοια σκηνικά ήταν συνηθισμένα μεταξύ μας και όχι πάντα ως παρηγοριά. Η ώρα του παγωτού ήταν η ιεροτελεστία μας. Ήταν η δική μας ώρα. Χωρίς λόγια μοιραζόμασταν την πιο γλυκιά στιγμή της ημέρας – γλυκιά με όλες τις έννοιες…

Έχουν περάσει 30 και χρόνια από τότε και παρόλο που έχω φάει αμέτρητα παγωτά καϊμάκι, πιο «ψαγμένα», πιο φρέσκα, χειροποίητα από τους καλύτερους κλπ… κανένα μα κανένα δε συγκρίνεται με αυτό το ΑΛΟΜΑ Καϊμάκι των παιδικών μου χρόνων.

Το εν λόγω παγωτό υπάρχει ακόμη, αλλά δεν είναι το ίδιο όπως τότε - ή μήπως δεν είναι ίδιο χωρίς αυτόν;;;

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

Υ.Γ. Κορίτσια, εντάξει το έχω ξεπεράσει, δε μου έγινε τραγικό βίωμα και (μάλλον) δε μου άφησε κουσούρι… Άλλωστε άφησα και για εσάς τελικά… ;)

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

LIKE A. NOWHERE...


1988. Μια καλοκαιρινή μέρα, λίγο πριν το ξημέρωμα. 3 πιτσιρίκες στην εφηβεία συνοδεία της μάνας-θείας φτάνουν σε ένα νησί άγνωστο για τον περισσότερο κόσμο. Η μικρότερη, χωρίς να έχει ιδέα για το που πάει, νιώθει απίστευτη αναστάτωση και ανυπομονησία… Ένα λιμάνι που μοιάζει φθαρμένο από το χρόνο και το κύμα, ελάχιστα φώτα, ένας δρόμος μόνο για πεζούς που οδηγεί στη Χώρα, 2-3 αχθοφόροι για τα μπαγκάζια, ένας σκοτεινός ορεινός όγκος και μια ανεξήγητη προσμονή…
Τα καλομαθημένα κορίτσια της πόλης δυσανασχετούν με την ατελείωτη ανηφόρα, εκτός από τη «μικρή». Περπατάει με μεγάλες δρασκελιές λες και πρέπει κάτι να προλάβει. Φεύγει πολύ μπροστά από τους άλλους, οδηγούμενη από το ένστικτο – άλλωστε, δεν υπάρχει κίνδυνος να χαθεί. Το σκοτάδι αρχίζει να ξανοίγει, αλλά ακόμη όλα είναι θαμπά. Όσο ανεβαίνει τόσο η αγωνία της μεγαλώνει. Θέλει να φτάσει εκεί ψηλά, στη Χώρα, στο μικρό σπίτι με τη μεγάλη αυλή που θα είναι το «σπίτι» της για τις επόμενες δυο εβδομάδες…
«Μην τρέχεις!!!» ακούει τη θεια της ξοπίσω, αλλά δεν κρατιέται. Άντε προχωράτε, πια!!!
Φτάνει στην είσοδο της Χώρας, προχωράει προς τα μέσα ακολουθώντας το βασικό σοκάκι. Το φως είναι πια τόσο όσο χρειάζεται για να διακρίνεις την ομορφιά. Φτάνει σε ένα πλάτωμα. «ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ», o φούρνος, ένα καφενείο… Κοντοστέκεται. Περιμένει τις άλλες και χαζεύει αποχαυνωμένη. Νάτο!!! Το αναγνώρισε από τις λίγες φωτογραφίες που τις είχε δείξει η μάνα της. Αρχίζει να τρέχει προς τα κάτω. Δεν ακούει. Η ανάσα της έχει γίνει γρήγορη και χαμογελάει χωρίς να το έχει καταλάβει… Βρίσκεται στην αυλή τη στιγμή που ο ήλιος αρχίζει να τη μαγεύει πίσω από τον βράχο, κάνοντάς τον να φαίνεται ακόμη πιο επιβλητικός. Κάθεται στη μάντρα-πεζούλι. Άφωνη. «Μεθυσμένη» από την εικόνα, την αίσθηση, την απόλυτη ηρεμία. Το αγαπάει το νησί, το ξέρει, χωρίς να χρειάζεται να το γνωρίσει καλύτερα… Είναι το νησί της.
2002. Εδώ και 2-3 χρόνια την «τρώει» που έχει να πάει τόσα χρόνια στο νησί. Δεύτερη και τελευταία φορά ήταν το 1991 με τους γονείς και την κολλητή της. Είχαν πάει για δύο εβδομάδες και έμειναν τρεις. Δεν ήταν αρκετό… Αυτό το τόσο δα μικρό κομμάτι γης ασκούσε μια υπέρμετρη γοητεία πάνω τους. Ο περιορισμένος χώρος του λιλιπούτειου σπιτιού δεν τους ενοχλούσε… Ποιος νοιάζεται για περιττά τετραγωνικά όταν νιώθει στην κορυφή του κόσμου, όταν αφήνεται στο πιο γλυκό γαλάζιο και μουδιάζει στην πιο «δραματική» δύση!..  Αυτό έκανε ακόμη πιο οξύμωρο ότι είχε απουσιάσει για τόσα χρόνια.
Τώρα όμως ήταν πάλι εδώ για μία εβδομάδα. Το σπίτι ένα δωμάτιο πιο μεγάλο για να χωράει φίλους. Η αυλή πάντα υπέροχη και «υπεράνω» όλων. 1-2 ταβέρνες παραπάνω, ένα ακόμη μπαρ, παραλίες που δεν είχε επισκεφθεί, πρόσωπα γνώριμα, χαμόγελα αληθινά… Δεν κατάλαβε ποτέ γιατί ξέσπασε σε κλάματα εκείνο το σούρουπο στη Βαγιά, μια μέρα πριν φύγει, αλλά ορκίστηκε μέσα της πως δε θα άφηνε ποτέ ξανά να παρασυρθεί από το χρόνο μακριά από το νησί της. Κάθε χρόνο, έστω και για λίγο, θα γυρνούσε…
Αυτό έκανε… Το 2003 πήγε για 5 ημέρες ηρεμίας και ξεκούρασης που έμελλαν να γίνουν οι πιο ξέφρενες διακοπές της στο νησί. Το 2004 ξημεροβραδιάζονταν με την Ελ. στο Αρμενάκι πίνοντας ρακόμελα και τραγουδώντας από λαϊκά μέχρι νέο κύμα… Από το 2005 και μετά η παραμονή έγινε δύο εβδομάδες μίνιμουμ, τα ρακόμελα έγιναν ρακή και, με εξαίρεση το 2010 που πέρασε το καλοκαίρι στο εξωτικό Μαρόκο, δεν έχει λείψει καμία χρονιά, τιμώντας την υπόσχεση στον εαυτό της εκείνο το καλοκαίρι της «επιστροφής»…
12 χρόνια. 12 καλοκαίρια. 12 χούφτες αναμνήσεις. Τα καλοκαίρια της «μαρμότας» όπως λένε με τους φίλους ως εσωτερικό αστείο… 12 καλοκαίρια με ανακατεμένες αναμνήσεις που ξεχωρίζουν μόνο όταν θυμάσαι ποιοι φίλοι ήταν μαζί, ποιος είχε ταίρι και ποιος όχι, με ποιον πήγες και ποιον γνώρισες… Ακόμη και τότε όμως, δεν είσαι σίγουρος, χωρίς αυτό να έχει σημασία… Όλα είναι ονειρικά και, όπως στα όνειρα, ο χρόνος εξαφανίζεται… Όχι όμως οι μυρωδιές, οι μουσικές, οι αισθήσεις, τα πρόσωπα…
Πρόσωπα – σταθερές αξίες, οι «φίλοι του καλοκαιριού». Αυτοί που χάνεστε το χειμώνα, αλλά ανυπομονείς να τους δεις και σε περιμένουν με το που πλησιάζει 20 Ιουλίου. Κι ύστερα η «μύηση» νέων πιστών. Φίλων που ήρθαν με περιέργεια και επιφύλαξη για να γίνουν σχεδόν αμέσως φανατικοί του νησιού σου. Αχ, πόση χαρά σου δίνει αυτό!!! Η Ελ. από τις πρώτες αφίξεις. Αργότερα η Τζ. που έγινε σταθερή αξία, και η Εμ. που βρίσκει εκεί την «παιδική χαρά» της, ο Ν. που έγινε «μόνιμος», ο Γ. που δεν παύει να ανακαλύπτει νέες ομορφιές και σε συγκινεί που το αποκαλεί νησί του και ο Μ. που ακόμη δεν μπορεί να πιστέψει τι έκρυβε αυτή η κουκίδα δίπλα στην ιδιαίτερη πατρίδα του… αλλά και άλλοι που κρατάνε το νησί σαν μια μοναδική ανάμνηση κι ας μην κατάφεραν ακόμη να επαναλάβουν, αν και το έχουν πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού τους…
Οι γνωριμίες στο πρωινό, στη θάλασσα, στη «Μαργαρίτα», στο «Αρμενάκι», παντού… Μια ελαφρότητα και μια προθυμία που μοιάζει να πηγάζει από το ίδιο το νησί. Μια αύρα ανεπανάληπτη που πριν χρόνια χαρακτήριζες ως γραφική αναφορά παρμένη από κάποιο άρθρο σε free press έντυπα, αλλά που πλέον δέχεσαι με ιδιαίτερη γλύκα κι ένα χαμόγελο. Φίλοι που γνώρισες εκεί και απέκτησαν μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά σου. Ο Q. που γνώρισες σε ένα ωτοστόπ, μάλλον το 2003, και δεν περιμένατε ποτέ ότι θα ανταλλάσατε απόψεις για τα LUX της Πιτσούλας χρόνια μετά, ο Στ. που αγάπησες, ο Χρ. και η Ε. που έγιναν «στενός κύκλος» χωρίς πολλά λόγια και προσπάθεια, ο Β. που σου μιλάει με τα μάτια, η Κ. που κάνει απουσίες τελευταία, η Fr. και ο Tr. που είναι πιο ντόπιοι κι από τους ντόπιους, ο Λ. που τον νιώθεις δικό σου άνθρωπο κι ας χάνεστε λίγο τους χειμώνες, ο Μ. και η Α., το ζευγάρι «σύμβολο», ο Π. σου… και κάθε χρόνο νέες αφίξεις, φρέσκα χαμόγελα, ζεστές κουβέντες και τρυφερά αντίο γεμάτα υποσχέσεις για επιστροφή…
Στέκια αναλλοίωτα έχουν γίνει προέκταση του σπιτιού σου. Αμμουδιές που αλλάζουν σύνθεση και σχήμα, αλλά παραμένουν πάντα οι αγαπημένες σου. Μεθυσμένα βράδια και ζαλισμένα πρωινά με κρουασάν, Milko και σκανταλιάρικα γέλια που σε κάνουν να νιώθεις νέος… Το νησί-καταφύγιο. Το σπίτι-άσυλο. Οι πιο ελεύθερες στιγμές της ζωής σου. Οι 15-20 μέρες που μπαίνεις σε παρένθεση και αφήνεσαι στο ρεύμα, στο ρυθμό, στην έκπληξη… Με μαλλιά μπερδεμένα από το αλάτι, δέρμα λαμπερό από τον ήλιο, βλέμμα έτοιμο για αταξίες και ανέμελη διάθεση κινείσαι χωρίς πρόγραμμα και προσδοκίες… Μόνο σου μέλημα, να μην έχεις κανένα μέλημα… Πόσο υπέροχη αίσθηση!!!
Λειτουργείς όπως πάντα χωρίς να αντιλαμβάνεσαι την ηλικία σου, αφού όλα είναι όπως χθες, όπως πέρυσι, όπως 12 χρόνια πριν… Έτσι εξηγείται η λατρεία των «παλιών» για το νησί. Αυτών που πήγαν το ’88 και δεν έκαναν μεγάλες απουσίες από τότε… Ναι, τώρα ξέρεις. Επιστρέφουν κάθε χρόνο για λίγο στη νιότη τους και αυτό τους κάνει πραγματικά νέους. Το νιώθεις κι εσύ. Τα καλοκαίρια μοιάζουν με συνέχειες εκείνου του πρώτου καλοκαιριού κι όταν είσαι εκεί είναι σαν να γυρνάς σε εκείνο το πρώτο καλοκαίρι… Μαγεία.
Άλλος ένας λόγος, λοιπόν, να μένουν εκκρεμότητες. Άλλος ένας λόγος να επιστρέψεις… Μια παραλία, η αναρρίχηση στο «βράχο», ένα μονοπάτι, ένα μαγαζί ή και δυο, μια μέρα στο «πίσω μέρος», μια νύχτα στο Μοναστήρι, ένα κάλεσμα στο σπίτι, μια επίσκεψη, ένα παράπονο, μια αγκαλιά…
«Εν καιρώ» σκέφτεσαι και νιώθεις μια υπέροχη σιγουριά, αφού το νησί σου θα είναι εκεί.
«Βράχος!!!» φωνάζεις από μέσα σου και χαμογελάς με γλυκιά μελαγχολία…