Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

ΣΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ


Τα σαββατοκύριακα έχουν χάσει τη λάμψη τους τον τελευταίο χρόνο.

Όχι, δεν είναι που δεν έχω τι να κάνω, ούτε που μένω σπίτι κι έχω ανάγει το να βάζω πλυντήριο σε διασκέδαση, ούτε που η τηλεόραση έχει ότι χειρότερο (αυτό τελικά δεν αλλάζει όπου κι αν βρίσκεσαι)... Είναι που ειδικά τα σαββατοκύριακα, λες και το έχει προγραμματίσει ο Αλλάχ, έχει πάντα συννεφιά!!!

Σοβαρά μιλάω. Μπορεί όλη την εβδομάδα να έχει χαρά Αλλάχ, να σκέφτεσαι «άντε σούπερ, θα πάμε να λιαστούμε στο Atlantique το ΣουΚού» (αναλυτικά για Atlantique εν καιρώ), να μη θες να κάθεσαι στιγμή στο γραφείο, να ονειρεύεσαι ψαράκι, κρασάκι και αεράκι Ατλαντικού (αεράκι το λέμε για να προσελκύσουμε «πελατάκια» - άντε ελάτεεε!!!) και ξυπνάς πρωί Σαββάτου μέσα σε ένα γκρι σύννεφο / ομίχλη / μπίχλα (ταιριάζει με τον καναπέ μου, δε λέω) που σε καθηλώνει στον (ταιριαστό) καναπέ και ούτε πλυντήριο δε θες να βάλεις (αν είναι δυνατόν)!!! Αυτό συνεχίζεται και την Κυριακή...

Τις φαντασιώσεις περί ηλιόλουστου σαββατοκύριακου τις είχαμε laaast year (actually, the year before the last)!!! Τώρα πλέον απλώς ξέρουμε. Δεν έχουμε καμία προσδοκία, οπότε αν έχουμε την τύχη να δούμε έστω και λίγο ήλιο το ΣΚ το θεωρούμε ευλογία (Αχ, Αλλάχ!!!). Άσε που από συνήθεια πλέον και ηλιόλουστο να είναι το πρωινό, περιμένεις με καχυποψία, πίνοντας καφέ στον γκρι καναπέ σε σχήμα Γ, πότε θα σκοτεινιάσει... και συνήθως επιβεβαιώνεσαι. Τρελό φαινόμενο. Παρακαλώ, αν γνωρίζει (και μπορεί) κάποιος ας μου το εξηγήσει, γιατί έχω αρχίσει και το παίρνω προσωπικά...

Όχι τίποτα άλλο, έχω χάσει και τον Νο1 λόγο που με έκανε να αυτοχρυσώνω το χάπι μου και να απολαμβάνω (όσο το δυνατόν) την παραμονή μου στα Άσπρα Σπίτια. Όντας κατεξοχήν λάτρης του ήλιου, της ζέστης και του καλοκαιριού, το να ζήσω  σε μια χώρα, όπου (υποτίθεται) είναι πάντα καλοκαίρι, ήταν ιδιαίτερα ελκυστικό. Μου έλεγαν γονείς και φίλοι «Ε, αν μη τι άλλο, είσαι στο κλίμα που αγαπάς», «Τον καιρό πάντως, τον πέτυχες» και άλλα παρηγορητικά, τύπου «Θα φας που θα φας το αγγούρι, τουλάχιστον θα το φας και δε θα’ναι κρύο»!!! Η πλάκα είναι ότι όντως το πίστευα... Το  πίστευα... Πίστευα δηλαδή ότι από το Λονδίνο καλύτερα εδώ στο Νότο, διότι τη βροχή ως γνωστόν τη σι-χαί-νο-μαι!!! ΧΑ!!!

Δεν είναι η θερμοκρασία το πρόβλημα (αυτή είναι πάντα – το χειμώνα – μεταξύ 15 και 20 βαθμών κελσίου). Το πρόβλημα είναι η συννεφιά, η έλλειψη ήλιου, φωτός, πώς το λένε!!!

Και πριν αρχίσετε να σκέφτεστε «Σιγά μωρέ πώς κάνεις έτσι, τί να πουν κι αυτοί που ζουν στη Σουηδία;», θα σας προλάβω και θα σας πω ότι αυτό που περνάω εγώ είναι χειρότερο. Στη Σουηδία δεν έχεις προσδοκίες για ήλιο, ζέστη και αιώνιο καλοκαίρι (αν έχεις, να το κοιτάξεις). Εδώ όμως, στο εξωτικό Μαρόκο, έχεις!!! Οπότε; Οπότε, αλλιώς τα περίμενες, αλλιώς τα βρήκες (αυτό δεν ισχύει μόνο για τον καιρό, αλλά ας μην επεκταθώ) και ξενερώνεις. Άσε που νομίζεις ότι ζεις σε σάι-φάι ταινία και ο «κακός» που ελέγχει το σύμπαν παίζει με τα κουμπιά και σου κάνει πλάκα (το Truman Show ala marocain ζω!!! – αυτό, επίσης, δεν ισχύει μόνο για τον καιρό, αλλά ας μην επεκταθώ).

Σταδιακά το συνηθίζεις (και αυτό). Δεν είναι όμως αυτή η συνήθεια που προκύπτει όταν κάτι παύει να σε ενοχλεί, διότι φυσικά και συνεχίζει να σε ενοχλεί, αλλά αυτή η κατάσταση που γίνεται συνήθεια διότι απλώς την αποδέχεσαι αφού δεν μπορείς να κάνεις κάτι για αυτό (Με ποιόν να τα βάλεις; Με τον Αλλάχ; Απαπαπαπααα ή μάλλον Lalalalalalala – όπου «la» ίσον «όχι». Μη νομίσετε ότι τραγουδάω για να κατευνάσω τον Μεγάλο – δεν το έχω χάσει εντελώς... ακόμη).

Έτσι, αρχίζεις να ξεκλέβεις καμιά ώρα εδώ κι εκεί μεσοβδόμαδα. Μια Τετάρτη με ήλιο τη μια φορά, μια Παρασκευή μετά από κανα δυο εβδομάδες και αράζεις σε ένα από τα κοντινά καφέ / εστιατόρια / «chic νυφοπάζαρα». Κάθεσαι στο σημείο με μηδέν σκιά (δύσκολο project, διότι και οι άλλοι το ίδιο με εσένα έχουν σκεφτεί) και ρίχνεις το κεφάλι προς τα πίσω, κλείνεις τα μάτια και φωτοσυνθέτεις. Πού να το ξέραμε με τη Ν., όταν χασκογελούσαμε στο γυμνάσιο (τότε που δώσαμε τη δική μας έννοια στον όρο) ότι η «φωτοσύνθεση» στις κοπάνες ήταν μεγάλη χλιδή που στην ενήλικη ζωή μας θα γινόταν δυσπρόσιτη «πολυτέλεια».

Επανέρχομαι. Η σπάνια, λοιπόν, φωτοσύνθεση ala marocain ακούγεται πολύ καλύτερη από ότι είναι, πιστέψτε με.

Όπως φαντάζεστε, το παραπάνω μίνι διάλειμμα γίνεται σε ώρα δουλειάς, οπότε είσαι με κουστουμάκι / ταγεράκι, χρώματος μαύρου (γιατί, βγαίνουν και σε άλλα;;;) κι εκεί που αρχίζεις να απολαμβάνεις τον ήλιο που χαϊδεύει το πρόσωπό σου και νιώθεις σαν ηρωίδα Άρλεκιν, το κάτω μέρος του σώματός σου φουντώνει και κορώνει (και όχι από τις ερωτικές σου φαντασιώσεις με τον ήλιο), οπότε σε 10-15 λεπτά νιώθεις το παντελόνι σου να φλέγεται και να κολλάει πάνω σου σαν να θέλει να σου πίει το αίμα (το σακάκι το έχεις βγάλει, εννοείται!!!) και δε σε χωράει ο τόπος.

Κουνιέσαι από εδώ, γυρνάς από εκεί, ώσπου καταλήγεις σαν τελικό σίγμα στην προσπάθεια να έχεις τα πόδια σου κάτω από το τραπέζι (μεχρι ψηλά στη λεκάνη), αλλά το πρόσωπο σου να παραμένει στον ήλιο (τα αφήνεις τέτοια χάδια;;;) κι όλα αυτά χωρίς να πρέπει να φανεί στο συνομιλητή σου ότι όση ώρα γυρνάς σαν τη δαιμονισμένη δεξιά - αριστερά και μπρος – πίσω δεν έχεις ακούσει κουβέντα από ότι σου λέει... Όνειρο!

Δε βαριεσαι... Είπαμε, το συνηθίσαμε κι αυτο. Άλλωστε, τί τον θες τον ήλιο; Είναι βλαβερός (χρόνια τώρα, αλλά αυτό δε με εμπόδισε ποτέ να ξεροψήνομαι με κάθε ευκαιρία σαν τοστ), κάνει ρυτίδες, φακίδες και άλλα σε –ίδες, τα οποία, στάνταρ, πρέπει να αποφεύγονται, οπότε θα έπρεπε να ευχαριστώ την καλή μου τύχη που τα Άσπρα Σπίτια μου βγήκαν Γκρι!

Ύστερα από αμέτρητες Συννεφιασμένες Κυριακές, τώρα πια, αν ξυπνήσω και δω λιακάδα, με πιάνει ένας ψυχαναγκασμός ότι πρέπει να μη χάσω την ευκαιρία να την απολαύσω. Αρχίζω να κάνω σχέδια στο μυαλό μου και να προσαρμόζω το απαιτητικό πρόγραμμα μου (πλυντήριο, πιάτα – όχι πάντα, ψώνια, άντε και κανένα beauté) για να βγω «στον ήλιο».

Μετά από αρκετή σκέψη, βάζω τον τρίτο καφέ και ανάβω την τηλεόραση...
.......................................
 
Υ.Γ. Μη μου ανησυχείτε βρε κουτά, ελάτε εσείς και θα σας πάω εγώ ΠουΣουΚου στο Marrakech που φλέγεται 365 μέρες το χρόνο!!!

Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

ΚΑΘΕ ΣΠΙΤΙ, ΕΝΑΣ ΤΡΕΛΟΣ... ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ;;; (PART 3/3)


Με το κουτί στα σκουπίδια και το γράμμα στο πρώτο συρτάρι της κουζίνας, κάθομαι στον καναπέ και κάνω γκριμάτσες (σαν αυτές τις τρομακτικές ασκήσεις που κάνουν οι ηθοποιοί για να εκπαιδευτούν στην έκφραση όλων των συναισθηματικών καταστάσεων σε 10 δεύτερα, απλώς στη δική μου περίπτωση δεν πρόκειται για άσκηση).

Διάφορες σκέψεις περνούν από το μυαλό μου non-stop. Τί κάνουμε τώρα; Οποία στάση πρέπει να κρατήσω; Πώς συμπεριφέρονται σε τέτοιες περιπτώσεις; Να κάνω την αδιάφορη σαν να μην το διάβασα ποτέ; Κι αν εδώ η σιωπή ερμηνεύεται ως αποδοχή; Είπαμε είμαστε στο Μαρόκο άρα πρέπει να σκεφτόμαστε ala marocain.

Διότι εδώ η γυναίκα, όπως την αντιλαμβάνονται κυρίως οι πτωχοί πλην τίμιοι σαν τον -κάτι, είναι πλάσμα αδύναμο και ντροπαλό (γάντι ταιριάζει στο προφίλ μου) και αποδέχεται σιωπηλά τις προτάσεις / επιθυμίες και ότι άλλο βάλει ο νους σας των αντρών. Οπότε; Μήπως αν δεν πω τίποτα, αύριο μεθαύριο μου κουβαληθεί με τη μάνα του και όλο του το σόι να με πάρουν νυφούλα από το σπίτι; Ε ρε γλέντια!!!

Να μιλήσω. ΟΚ, να μιλήσω. Αλλά και τί να πω; «Από πού κι ως πού ρε μάγκα πήρες το θάρρος και το δικαίωμα; Γνωριζόμαστε κι από χθες;». Είναι κι ευαίσθητο αγόρι που βουρκώνει και δε θέλω (α) να τον πληγώσω, (β) να τον προσβάλω και (γ), και κυριότερο, να τον τσαντίσω, διότι μην ξεχνάμε είναι η ασφάλεια του κτιρίου και τον τρώμε στη μάπα καθημερινώς και δη τις νυχτερινές ώρες… Ρε μπελά που βρήκαμε (ξαναλέω)!!!

[Όπως καταλαβαίνετε, πέραν της δουλειάς, δεν έχω και πολλά να σκέφτομαι εδώ στα Άσπρα Σπίτια (το πιάσατε έτσι;;;), οπότε βρήκαμε θέμα να ασχοληθούμε μέσα στη ρουτίνα που μας δέρνει – υπάρχει λόγος για τον πληθυντικό - δε με έπιασε κρίση μεγαλομανίας…]

Χρειάζομαι μια δεύτερη γνώμη που να γνωρίζει την κουλτούρα και που να είναι κόντρα σε μένα για να μου δώσει την «άλλη άποψη» της κατάστασης. Ποιός άλλος; Η Ρ.!!!

Βρισκόμαστε (την άλλη μέρα και όχι επί τούτου, μην τρελαθούμε κιόλας), ξαναδιαβάζουμε το γράμμα, γελάμε, φιλοσοφούμε περί κουλτούρας και λαών (αυτό είναι η αγαπημένη μας συνήθεια, με κάθε αφορμή), το συζητάμε από εδώ, το συζητάμε από εκεί και καταλήγουμε ότι θα αφήσω το πράγμα στον αυτόματο, δηλαδή δε θα πω τίποτα, θα κάνω την Κινέζα και ότι γίνει. Διότι δεν έχω αναφέρει ότι περιμένω άφιξη αγοριού ψηλού, ευάερου κι ευήλιου από το Ελλάντα, οπότε θα λύσει το ζήτημα χωρίς ν’ ανοίξει ρουθούνι. Θα το δει ο –κάτι (το αγόρι, όχι το ρουθούνι), θα καταλάβει ότι υπάρχει πρόσωπο και τέλος.

Χμμμ, μια χαρά το σχέδιο.

Φτάνει το αγόρι το ευάερο κι ευήλιο, αλλά εν τω μεταξύ δεν έχω πετύχει τον –κάτι από τη νύχτα της εξομολόγησης. Ε πού θα πάει λέω, μία εβδομάδα θα αερίζομαι και θα λιάζομαι κάποια στιγμή θα έρθουμε μούρη με μούρη… Έλα μου ντε!!! Τίποτα. Πουθενά. Είχε μάλλον άδεια για να αντέξει το Ραμαζάνι ή να πάει στη Μέκκα να προσευχηθεί (αφήστε το, μεγάλη ιστορία η Μέκκα).

Κι εκεί που το είχαμε πάρει απόφαση (η Ρ., το ευάεριο / ευήλιο κι εγώ – το είχα ενημερώσει χασκογελώντας μια νύχτα οινοποσίας με φεγγάρι) ότι δε θα τον δούμε τον «αρραβωνιάρη» (του το κολλήσαμε και το παρατσούκλι), το βράδυ που φεύγαμε για να πάω το αγόρι (φύσα αεράκι, φύσαμε) στο αεροδρόμιο, νάσου ο –κάτι στην είσοδο μέσα στα σκοτάδια (πολύ χούι μιλάμε αυτό). Χαιρετούρα τυπική κι έξω από την πόρτα, ενώ μας πέρναγε ακτινογραφία…

Πάω αεροδρόμιο, αφήνω το αγόρι / αγέρι (να μας πάρει μακριά, να μας πάει σε ξένα μέρη) κι επιστρέφω στη βάση μου, με πλάτες κατεβασμένες και διάθεση «ανεμοδαρμένα ύψη». Τσουπ!!! Εκεί ο αρραβωνιάρης, φρουρός! Μπαίνω φουριόζα, λέω μέσα από τα δόντια ένα γεια και βλέπω βλέμμα παγερό με μάτι που γυαλίζει (αλήθεια σας λέω, μάρτυς μου η Ρ. που το αντίκρισε πολλές φορές αυτό το ίδιο βλέμμα τους επόμενους μήνες). Δε δίνω σημασία (δε μας γ…..άς κι εσύ βραδιάτικο, πάλι μπουκάλες μείναμε!!!) και πάω για ύπνο.

Οι επόμενες μέρες πέρασαν με εμένα να λέω ένα ξερό γεια (είδαμε που μας έβγαλαν τα ευγενικά χαμόγελα) και ο αρραβωνιάρης  μια να πετάει κι αυτός ένα, μια να μη λέει τίποτα και να με κοιτάει με βλέμμα μυωπίας (ξέρετε αυτό που τα μάτια είναι μισόκλειστα για να εστιάσεις), μια να έχει ένα μειδίαμα τύπου «κάνεις ότι δεν τρέχει τίποτα μωρή καργιόλα». Περιττό να σας πω ότι πλέον δεν αισθανόμουν και πολύ ασφαλής με την 24/7 ασφάλεια της πολυκατοικίας, έλεγα όμως «πού θα πάει, θα ξεχαστεί ο παλαβός» (πλέον είχε όντως αποκτήσει το βλέμμα του τρελού).

Ε, δεν ξεχάστηκε!!!

Ένα απόγευμα που έμπαινα πάλι (μπες βγες σας κούρασα, το ξέρω) κι ενώ καθόταν στη γνωστή θέση του στο ημίφως, εκεί που περίμενα (πάλι) το ασανσέρ μου λέει: «δε νομίζεις ότι έχουμε αφήσει κάτι ανοιχτό;».

«Με το μπαρδόν;» λέω εγώ και σηκώνω το φρύδι (όποιος με ξέρει, καταλαβαίνει). Μου λέει «σου έδωσα κάτι και περιμένω μια απάντηση». Σε αυτό το σημείο νομίζω ότι μου κάνουν πλάκα. Στο επόμενο σημείο όμως σκέφτομαι «θες απάντηση πουλάκι μου;» και βγαίνει το αρβανίτικο από μέσα μου σε άπταιστα γαλλικά (είναι φοβερό το πώς παίρνει μπροστά η γλώσσα όταν έχεις φορτώσει) κι αρχίζω να του λέω ότι δε νομίζω ότι έχουμε κάτι να πούμε, κι από πού κι ως που πήρε το δικαίωμα να κάνει αυτή την ενέργεια και επιπλέον να θεωρήσει ότι θα μπορούσα να ανταποκριθώ, και πώς είναι δυνατόν να με αγαπάει που λέμε ένα γεια αφού δε με γνωρίζει… κι εκεί που τα λέω μου πετάει με ύφος ημι-μπλαζέ ένα «εσύ είπες ότι είσαι ελεύθερη» και με αποτελειώνει.

Διότι έχει δίκιο ο άνθρωπος. Τί ζητάς τα ρέστα μανδάμ; Εδώ τα ελεύθερα κορίτσια είναι διαθέσιμα, οπότε αν τα θέλουν τα διεκδικούν χωρίς πολλά πολλά. Ε ναι λοιπόν, πήγε να βγει και από πάνω ο αρραβωνιάρης, ότι τάχα του έδωσα πράσινο φως!

Πολύ ψύχραιμα ανασυντάσσομαι και του λέω ξερά ότι το ελεύθερη δε σημαίνει και διαθέσιμη («être célibataire ne signifie pas disponible» με ύφος «Δυναστεία» - πςςςςςςςς το’χω το γαλλικό τελικά!) και τέλος η κουβέντα! Έκλεισε το ζήτημα. Cest fini!!!

……………………………

Από τότε συναντάω τον αρραβωνιάρη σχεδόν κάθε μέρα, στο ίδιο σημείο. Έχω κόψει τα χαμόγελα. Εκείνος ανάλογα με το πώς έχει ξυπνήσει το πρωί ή, όπως λέει η Ρ., ανάλογα αν έχει πάρει τα χάπια του ή όχι (η Ρ. είναι πεπεισμένη ότι ο αρραβωνιάρης παίρνει ψυχοφάρμακα) τη μια δε μιλάει, την άλλη λέει γεια με μάτι που γυαλίζει, την παράλλη έχει αυτό το μειδίαμα που με ανατριχιάζει, αλλά ΟΚ, μετά από σχεδόν δύο χρόνια έχει γίνει κι αυτό ρουτίνα και συνεχίζω να απολαμβάνω την 24/7 ασφαλή οικεία μου ala marocain!!!

ΠΡΟΤΑΣΗ... ala Marocain (PART 2/3)


Με μια παρεξήγηση κι έναν καφέ στο χέρι άρχισε η γνωριμία μου με τον Abdel-κάτι (τον θυρωρό / ασφάλεια / «παιδί για όλες τις δουλειές» που θα έκανε τα πάντα για μένα). Δυστυχώς, παρά τις άπειρες επαναλήψεις του ονόματός του, ποτέ δεν το έπιασα ολόκληρο.

Έμπαινα εγώ στην πολυκατοικία έλεγα ένα «bonsoir» χαμογελαστό κι όσο στεκόμουν μπροστά στο ασανσέρ ο Abdel-κάτι (θα τον λέμε –κάτι για ευκολία) καθόταν προσοχή και άρχιζε τις ερωτήσεις / «ανάκριση» που η αφελής μελαχρινή (εγώ) απαντούσε με, τί άλλο, αφέλεια (είπαμε, αφελής). «Από πού είσαι;», «Πόσο καιρό είσαι στο Μαρόκο;», «Δουλεύεις;» (έχει ιδιαίτερη σημασία αυτή η ερώτηση, θα καταλάβετε σε επόμενα επεισόδια), «Σου αρέσει εδώ;» κλπ. Όλα αυτά με δόσεις.

Μη νομίζετε ότι πιάναμε και ψιλή κουβέντα… Εγώ δε, που αφελής μεν, κουρασμένη δε (και ολίγον ψυλλιασμένη μετά τις 2-3 πρώτες «ανακρίσεις»), έδινα απαντήσεις μονολεκτικές και κοφτές, αλλά πάντα με χαμόγελο, κυρίως γιατί βαριόμουν και κυριότερα γιατί δεν καταλάβαινα ακριβώς τι μου έλεγε… Ώσπου μια εκ των ημερών, πάλι το ίδιο σκηνικό (εγώ μπροστά στο ασανσέρ κι αυτός καραούλι), πέφτει η ερώτηση του ενός εκατομμυρίου dirham «Έχεις οικογένεια;»!!!

Δεν ήταν η πρώτη φορά που με ρωτούσαν αν «έχω οικογένεια» (εννοώντας φυσικά αν έχω σύζυγο και παιδιά κι όχι αν έχω μάνα και πατέρα ή απλώς φύτρωσα). Ειδικά εδώ που όποιος είναι πάνω από 25 – πόσο δε πάνω από 35(!!!) - και δεν έχει παντρευτεί και κάνει τουλάχιστον 2 κουτσούβελα είναι ή εξωγήινος ή αξιολύπητος (ή αξιολύπητος εξωγήινος), είναι η 2η ή 3η ερώτηση που περιμένεις μετά το όνομά σου, οπότε ο –κάτι είχε αργήσει κιόλας!

 Αν και για κάποια millisecond πέρασε από το μυαλό μου η συμβουλή της κολλητής μου Μ. ότι λέμε ΠΑΝΤΑ ότι έχουμε γκόμενο, άντρα ή αρραβωνιάρη για να σταματάμε την κουβέντα εκεί, όταν φυσικά δεν ενδιαφερόμαστε για το πρόσωπο που ρωτάει, άνοιξα το στόμα μου και είπα το μεγάλο «ΟΧΙ». Έλαμψε το μάτι του –κάτι. Όπως πάντα, σκέφτηκα ότι θα του έκανε εντύπωση το «νέα γυναίκα μόνη (ψάχνει;;;) στο Μαρόκο» (είπαμε, αφελής).

Καλώς, δεν προβληματίστηκα κιόλας, απλώς χαριτολογώντας σχολίασα στη Ρ., την ξανθιά κι αλλοπαρμένη συνάδελφο / φίλη εξ Αθηνών (η Ρ., ο Mr. Wolf κι εγώ είμαστε το Trio Stooges ala Marocain – θα διαβάσετε πολλά για δαύτους εν καιρώ), ότι ο βραδινός Φρουρός της Νορμανδίας (είπαμε Residence Normandie!) πολλάν έχει αρχίσει να ρωτάει και πολλάν φαίνεται να με συμπαθεί (ωχ, συγχωράτε με, αλλά αυτό που πέτυχα τον Τσιμιτσέλη στο «Παίζουμε Κυπριακά» - διότι πρόσφατα «έπιασα» και ΡΙΚ SAT – πολύ με έχει αναστατώσει).

Τις επόμενες μέρες / εβδομάδες ο –κάτι συνέχισε το χαβά του, εγώ παρέμενα ευγενική αλλά τυπική και λίγο πριν τις καλοκαιρινές μου διακοπές, κι ενώ είχε αρχίσει το ραμαζάνι, μου λέει «θέλω να μου πεις πότε θα είσαι εδώ για να σου φέρω παραδοσιακά γλυκά που φτιάχνουμε αυτή την εποχή – σπιτικά από τη μητέρα μου». Αρχίζω εγώ τα «όχι, ευχαριστώ, δε χρειάζεται κλπ.» και αντίο.

Γυρίζοντας από τις διακοπές της μέθης / αλκοολισμού / παραλογισμού (γιατί τέτοιο ήταν το καλοκαίρι του 2011), μπαίνω ένα βράδυ στην πολυκατοικία μιλώντας στο κινητό και μέσα από τα σκοτάδια εμφανίζεται ο –κάτι με ένα άσπρο κουτί στα χέρια, τύπου ζαχαροπλαστείου, και μου λέει «αυτό για σένα» σχεδόν την ώρα που η πόρτα του ασανσέρ έκλεινε με εμένα μέσα και το κουτί να έρχεται κατά πάνω μου. Λέω στην αρχή ένα «όχι, όχι δεν μπορώ να το δεχτώ», αλλά επιμένει κι εκεί που είναι έτοιμο να στραπατσαριστεί το κουτί, το χέρι του ή και τα δύο, φωνάζω ένα «ευχαριστώ, δεν έπρεπε» κι ανεβαίνω με το κουτί στο χέρι και τη σκέψη «κακό μπελά που βρήκαμε». Μα βουλωμένο γράμμα διάβασα; Ε, ναι!

Ανοίγω το κουτί και πάνω από κάτι γλυκά σε χρώμα σκατουλοκαφέ με σουσάμι που κολλάνε υπάρχει φάκελος λευκός με λεζάντα “moi et toi” ή τούμπλαλιν, μου διαφεύγει . Παγώνω Αύγουστο μήνα στην Αφρική και αμέσως μετά δεν ξέρω να κλάψω ή να γελάσω (ούτε αφού διάβασα το γράμμα ήξερα). Ανοίγω το φάκελο και βλέπω σελίδα Α4, γραμμένη φυσικά χειρόγραφα, στα γαλλικά ή κάτι σαν γαλλικά.

Αρχίζω να διαβάζω, με δυσκολία, διότι δεν είναι και καλλιγράφος ο άνθρωπος – το παλεύει, ένα love letter ala marocain (το ala marocain θα το συναντήσουμε πολλές φορές από εδώ και στο εξής) όπου μου λέει ότι με αγάπησε με την πρώτη ματιά και εγώ είμαι για αυτόν και αυτός για εμένα και ότι έχει καλό σκοπό, διότι αυτός με τα 1.700 dirham (155€) μηνιάτικο κι εγώ με τα (πόσα να παίρνω;) 1.500 (dirham) μπορούμε να ζήσουμε μαζί κλπ. κλπ. κλπ. (Τόσο υπολόγιζε ο άνθρωπος ένα γυναικείο μισθό! Σημειώστε: φυσικά ελαφρώς χαμηλότερο από τον δικό του! Σύνολο 300€ το μήνα, εμείς και η αγάπη μας - για να μη μιλήσω για τα παιδιά μας!!! Γελάστε, κλάψτε, κάντε ότι καταλαβαίνετε…)

Στην αρχή φουντώνω τύπου «πώς του ήρθε του τύπου να κάνει τέτοιο πράγμα;», μετά σκάω στα γέλια με το σουρρεάλ που ζω, στη συνέχεια στενοχωριέμαι που ο κακομοίρης μπήκε στον κόπο και πίστεψε ότι πίστεψε τέλος πάντων και τέλος ξαναφουντώνω που πήρε το θάρρος να μου απευθύνει τέτοιο γράμμα ή όποιο γράμμα!!!

ΚΑΙ ΤΩΡΑ;;;

Tώρα πέτα το κουτί, όχι το γράμμα, στα σκουπίδια και πήγαινε να σαπίσεις στον καναπέ (τον γκρι σε σχήμα Γ) και να αποχαυνωθείς μπροστά στην τηλεόραση. Κάνε δηλαδή αυτό που θα γίνει η βραδινή σου ιεροτελεστία (σχεδόν καθημερινά) για τα επόμενα 2 χρόνια και βάλε…

Κι αύριο μέρα του Αλλάχ είναι (και μεθαύριο και τον άλλο μήνα... άλλωστε όπως λέει και η Σ., “whos counting?”)!!!

Ο ΦΡΟΥΡΟΣ ΤΗΣ ΝΟΡΜΑΝΔΙΑΣ (PART 1/3)


Μετακομίζω στο καινούργιο μου διαμέρισμα, 18 Rue Normandie, 5ος όροφος, Νο 40 (για όποιον θέλει να μου κάνει έκπληξη). Σε αντίθεση με την πρότερη εμπειρία μου στη Μαδρίτη (όπου για καμιά εβδομάδα ένιωθα σαν να με είχαν βάλει τιμωρία και κοιμόμουν στον καναπέ γιατί δεν είχα ούτε ένα σεντόνι) τακτοποιούμαι αμέσως και νιώθω ένα με το περιβάλλον (μάλλον θα είναι το άσπρο-μαύρο-γκρι που βοήθησε).
Στάση 1: Τα βασικά. Καφετιέρα (πάλι, αλλά βελτιωμένη έκδοση), τοστιέρα (πάλι – πρέπει να έχω επενδύσει πολλά λεφτά σε τοστιέρες από τότε που ήμουν φοιτήτρια), χαλάκια μπάνιου (δύο, διότι αγάπες μου έχω ΔΥΟ μπάνια – σε εσάς που δεν έρχεστε το λέω!!!), κάδους σκουπιδιών (κουζίνας – μπάνιου/ων), λαμπατέρ, σιδερώστρα (για τη Roukaya – της πήρα δώρο πριν καν τη γνωρίσω), κάδο για τα άπλυτα (τέτοιο πρώτη φορά αγόρασα – τί τα έκανα πριν;;;), στεγνωτήρι για τα πιάτα (μπλε κακάσχημο, αλλά το μόνο που βρήκα – φαίνεται είναι είδος προς εξαφάνιση σε αυτή την πόλη) και διάφορα άλλα «τζουμπλέκια» που πρέπει να υπάρχουν σε ένα σπίτι για τις βασικές λειτουργίες… Όλα τα παραπάνω αγοράστηκαν στο Μαροκινό ΙΚΕΑ που λέγεται ΚΙΤΕΑ (μιλάω σοβαρά) και το οποίο έχει ότι το ΙΚΕΑ, αλλά με μια δόση αραβικού styling, το οποίο δεν το λες και «στη φτήνια», αλλά ΟΚ.
Στάση 2: Super Market – χωρίς λίστα. Το καλύτερο μου!!! Καθαριστικά, απορρυπαντικά, χαρτιά παντός είδους και χρήσης, αφρόλουτρα, σαμπουάν, περιττά αφρόλουτρα και σαμπουάν, τάπερ, φαγώσιμα και πόσιμα, ακόμη πιο περιττά φαγώσιμα κλπ. Χλιδή!!! Όπως τότε που μπαίναμε με τον Θ. στο TESCO σαν να ήταν λούνα παρκ και αγοράζαμε ότι μας έκανε κέφι, έτσι για το γούστο και τη χαρά της στιγμής ρε παιδί μου!!! Τώρα ο Θ. έχει παιδί κι εγώ κέφι και γούστο. Χαρά έχουμε και οι δύο, ο καθένας με τον τρόπο του…
Φτάνω με το αυτοκίνητο (ΝΑΙ, οδηγώ στην Καζαμπλάνκα!!! Αυτή η εμπειρία είναι ένα επεισόδιο και βάλε από μόνη της…), παρκάρω μπροστά στην είσοδο (ευτυχώς, διότι το να παρκάρεις σε αυτή την πόλη είναι θέμα μεγάλης κωλοφαρδίας και κυρίως σωστών κονέ) και αρχίζω να βγάζω σακούλες, κουτιά και όλα τα συμπαρομαρτούντα… Δεν προλαβαίνω να σηκώσω κεφάλι από το χάος που έχει απλωθεί στο πεζοδρόμιο μπροστά μου και ήδη βρίσκεται δίπλα μου ο «θυρωρός» / ασφάλεια / «παιδί για όλες τις δουλειές» της πολυκατοικίας (διότι είπαμε, ασφάλεια 24/7 και είμαστε και στην καρδιά του «κυριλέ»).
Αρχίζει να αρπάζει τις σακούλες, εγώ μαζεύω ότι απέμεινε και, πριν προλάβω να κάνω δυο βήματα, πίσω αυτός για να πάρει τα υπόλοιπα. Λέω στον εαυτό μου, «έτσι είναι εδώ, χαλάρωσε, δες το ως βοήθεια από τον πλησίον σου ρε παιδί μου»!!!
Στέκομαι και περιμένω το ασανσέρ με τα χέρια φουλ και του γνέφω ότι ξανακατεβαίνω να πάρω και τα υπόλοιπα (όχι, δε θα ανέβαινε και στο διαμέρισμα, αρκετά!). Σε ένα λεπτό είμαι πάλι κάτω κι έχω ήδη βάλει ένα 20άρικο στην τσέπη (dirham όχι ευρώ) για να τον χαρτζιλικώσω όπως μου έχει διδάξει ο «φλώρος». Τον βλέπω λοιπόν μπροστά στο ασανσέρ σαν γύφτικο σκεπάρνι και σηκώνοντας τις τελευταίες σακούλες κάνω να του βάλω στο χέρι το 20άρι λέγοντας ένα γλυκύτατο, ευγενικότατο και ταπεινότατο «merci beaucoup»… κι έρχεται η παγωμάρα!!!
Πετάγεται σαν να τον χτύπησε ρεύμα, σηκώνει τα χέρια σαν να παραδίνεται και μου λέει με μάτια βουρκωμένα (κυριολεκτώ σας το ορκίζομαι), «όχι, όχι… δε θέλω… εγώ για εσένα θα έκανα τα πάντα!!!» (μην περιμένετε να το αποδώσω αυτό στα γαλλικά, αλλά έτσι είπε).
Κάγκελο εγώ. Τραβιέμαι πίσω κι αρχίζω τα «συγγνώμη και δεν ήθελα να σε προσβάλλω, αλλά να, έτσι ξέρω ότι γίνεται εδώ» και ξανά μανά συγγνώμη κι από μέσα μου να ρίχνω Αλλάχ και Μωάμεθ στον «φλώρο» που με «έκαψε» με τις οδηγίες διαβίωσης εις το εξωτικό Μαρόκο… Μόλις συνερχόμαστε ο καθένας από το δικό του σοκ, τον ρωτάω αν μου επιτρέπει να τον κεράσω ένα καφέ (θα πήγαινα να πάρω για μένα από δίπλα, διότι ακόμη η καφετιέρα δεν είχε μπει σε λειτουργία) και bingo, το πέτυχα!!! Αυτό ήταν αποδεκτό…
Το πήραμε το ματς στο σφύριγμα και χωρίς κόκκινη κάρτα…
Όπως καταλαβαίνετε, από εκείνο το περιστατικό και μετά, αν δεν έρθει άνθρωπος με το χέρι ορθάνοιχτο και ύφος «δώσε κάτι μωρή!!!» δε δίνω φράγκο οικειοθελώς παρά μόνο στις γνωστές και επιβεβαιωμένες δύο κατηγορίες: τα κονέ για parking (“le guardian” – που εδώ σημαίνει ο φύλακας του δρόμου και όχι η αγγλική φυλλάδα, αν και ομολογουμένως ακούγεται πολύ σικ) και τα παιδιά – κουβαλητές του super market (δεν αναφέρομαι σε ζητιάνους γιατί θα βαρύνει πολύ το κλίμα). ΤΕΛΟΣ.

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Tο Facebook τα τελευταία 7 χρόνια που βρίσκομαι εκτός πατρίδας έχει γίνει το virtual σαλονάκι μου, όπου βρίσκομαι με φίλους (πραγματικούς, όχι virtual), μαθαίνω τα νέα μέσα από τα posts τους, ακούω μουσικές και κυρίως περνάω στιγμές απίστευτου γέλιου… Είναι καταπληκτικός ο παλιμπαιδισμός που μπορεί να σε πιάσει και τα νευρικά γέλια που μπορείς να μοιραστείς γράφοντας «ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ» χωρίς να σε νοιάζει καθόλου ότι «εκτίθεσαι» σε αρκετό έως πολύ κόσμο… ΣΟΟΥ ΓΟΥΑΤ???

Σε μια τέτοια ανταλλαγή post, η φίλη μου Σ. μοιράστηκε μαζί μου ένα άρθρο από το blog μίας Ελληνίδας που ζει και δουλεύει στη Μέση Ανατολή. Το διάβασα, ταυτίστηκα και μου μπήκε κι εμένα η ιδέα να καταγράφω τις δικές μου εμπειρίες στο εξωτικό Μαρόκο. Διαβάζοντας δε κι άλλα άρθρα της εν λόγω blogger, πραγματικά εμπνεύστηκα (παρεμπιπτόντως η τύπισσα είναι εξαιρετική κι έχει εκτός από καλή πένα, απίστευτο χιούμορ)!!! Έτσι λοιπόν αποφάσισα να αρχίσω δειλά και χαλαρά να γράφω… Όοοχι σε blog (δεν είμαι τόσο αρτίστα στα ιντερνετικά κόλπα), αλλά μέσα στο «σαλονάκι» μου, βλ. FB.

Στάση πρώτη: ΕΙΣΑΓΩΓΗ.

Βρίσκομαι στην Καζαμπλάνκα από τον Φεβρουάριο του 2010, αλλά μόλις τον Μάιο του 2011 αξιώθηκα να μετακομίσω από το ξενοδοχείο σε διαμέρισμα. Μην αναρωτιέστε γιατί. Γιατί έτσι… Τους πρώτους 6 μήνες τρέχεις πανικόβλητος να «στήσεις» το έργο / εταιρεία / διαδικασίες κλπ. σε ένα περιβάλλον και μια αγορά εντελώς άγνωστα σε εσένα και τους υπολοίπους του project team (τρομάρα μας). Το ξενοδοχείο είναι 5άστερο κι εσύ νομίζεις ότι είσαι στελεχάρα που σε έχουν στα ώπα ώπα διότι «πώς αλλιώς»???

Τους επόμενους 6 μήνες τρέχεις να μετατρέψεις το χάος που απόμεινε από το «στήσιμο» σε λειτουργική εταιρεία, με ντόπιο προσωπικό και άλλες διαδικασίες, ενώ πέρα και πάνω από όλα «αγωνίζεσαι» να κρατάς τους πελάτες χαρούμενους, το προσωπικό ικανοποιημένο και «ζωηρό», τη μαμά εταιρεία ήσυχη, τη δική σου μάνα επίσης ήσυχη και εσένα? ΕΣΕΝΑ???

Εσένα σε έχεις ξεχάσει σε ένα ξενοδοχείο, καθωσπρέπει δε λέω, όπου γυρνάς μόνο για ντους και ύπνο (όχι, το φαγητό το φροντίζουν τα εστιατόρια της πόλης, μην μπερδεύεστε!!!). Το ξενοδοχείο έχει αλλάξει σε κάτι πιο «οικονομικό» για πιο μακροπρόθεσμη παραμονή. Όχι, δεν είναι που δεν είσαι στελεχάρα, αλλά τώρα τα έμαθες τα κατατόπια, θες και κάτι πιο “homey”, οπότε πας (σε πάνε) σε 3-4αστερο με κουζινάκι αμερικέν, σε περίπτωση που θες να φας κάτι «μέσα». Περιττό να πω ότι ούτε καφέ δεν έφτιαξα πόσους μήνες στη «σουίτα».

Στην επέτειο του πρώτου χρόνου αρχίζεις να ζορίζεσαι, να θες έναν πιο προσωπικό χώρο (και χρόνο), λίγη παραπάνω ησυχία, ένα μέρος που να πρέπει να κάνεις πάνω από πέντε βήματα για να πας στο μπάνιο, κάπου που να μπορείς να φιλοξενήσεις δυο φίλους βρε αδερφέ! Επίσης, αν και ποτέ δεν ήσουν master chef, έχεις αρχίσει να αναπολείς τις μέρες που έφτιαχνες δυο τοστάκια το βράδυ στον καναπέ και τηγάνιζες αυγά και πατάτες το ΣΚ.

Έτσι αρχίζεις το ψάξιμο με τη βοήθεια local υπαλλήλου «της πιάτσας» (πρώην μπάτσος) διότι μόνη σου δεν παίζει να βγάλεις άκρη. Το brief είναι για επιπλωμένο 3-αρι (είπαμε θέλουμε και guest room!!!) κοντά στο γραφείο, minimal, με θέρμανση (δεν είναι δεδομένο εδώ) και σε καλή κατάσταση… και αρχίζει το σκληρό ροκ. Βλέπεις τα πάντα, από «μικρά κι ανήλιαγα στενά» μέχρι τις χίλιες και μια νύχτες (μας διέφυγε το minimal) και το σπίτι της γιαγιάς σου σε μαροκέν έκδοση. Ουφ, υπομονή… Δε βιαζόμαστε. Στέγη έχουμε!!!

Μετά από 1-2 μήνες κι ενώ βρίσκομαι στην Αθήνα για τα γενέθλια μου, δέχομαι τηλεφώνημα από αγαπημένο συνάδελφο / father figure / Μr. Wolf (ξέρετε ο Harvey Keitel στο Pulp Fiction που «καθάριζε» τις μαλακίες του Travolta και του Jackson) όπου περιχαρής μου λέει ότι βρέθηκε ΤΟ διαμέρισμα που είναι φτιαγμένο για μένα γιατί είναι, μεταξύ άλλων, στα χρώματά μου!!! «ΚΡΑΤΑ ΤΟ» του λέω και συνεχίζω τις «διακοπές» μου…

Όντως, το διαμέρισμα είναι αυτό που έψαχνα και παραπάνω. Ψηλά, φωτεινό, minimal με ασφάλεια 24/7 και, το extra bonus, σε μαυρόασπρες / γκρι αποχρώσεις. ΣΟΥΠΕΡ!!! Μετακομίζω σε dt κι αρχίζω τη νέα φάση της ζωής μου στο Μαρόκο, αυτήν που φίλοι θα έρχονται να με επισκεφτούν κάθε μήνα και στην οποία θα κάνω party και συγκεντρώσεις και όλα τα καλά κι ευχάριστα!

Με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι περισσότεροι φίλοι μου δεν έχουν ακόμη καταφέρει να με επισκεφθούν (α) γιατί η Καζαμπλάνκα είναι μακριά και χωρίς απευθείας πτήση, οπότε και τα εισιτήρια είναι τσιμπημένα (β) χρειάζεσαι διαβατήριο (γ) δε φτάνει ένα ΣΚ ή 3ήμερο κοκ. ή απλώς θεωρούν ότι θα μείνω εδώ για πάντα (πολύ το φοβάμαι) οπότε παίρνουν τον χρόνο τους (καλέ, ελάτεεε!!!). Με αυτά και με τ’ άλλα, απολαμβάνω τον τεράστιο γκρι καναπέ μου σε σχήμα Γ, βλέποντας δορυφορικά κανάλια της Μέσης Ανατολής και τρώγοντας στο κόκκινο τραπεζάκι ΙΚΕΑ που κουβάλησα από τη Μαδρίτη, διότι εδώ δεν έβρισκα κάτι χωρίς σκάλισμα…

Όχι, δε βαριέμαι!!! Απλώς τον τελευταίο καιρό πειραματίζομαι στην κουζίνα (αυτοί που με γνωρίζουν καλά ξέρουν ότι «πειραματίζομαι» στην κουζίνα σημαίνει ότι απλώς έχω αρχίσει να μαγειρεύω τα πολύ βασικά και παράλληλα «παίζω») όπου έχω εξελίξει την έννοια μακαρόνια – σουφλέ, έχω ανακαλύψει 12 διαφορετικούς τρόπους για να φτιάχνω κρέας κι έχω μάθει να μαγειρεύω φακές, τις οποίες επαναλαμβάνω συχνά – πυκνά (κάτι μου λείπει από τον οργανισμό μου, δεν εξηγείται αλλιώς).

Πώς έχω λύσει τα υπόλοιπα οικιακά ζητήματα? Με τον κωδικό όνομα Roukaya! Μια νέα γλυκύτατη γυναίκα, η οποία με ξεβρομίζει (μιλάμε για πολλή σκόνη) και «με» σιδερώνει μια φορά την εβδομάδα. ΘΕΑ!!! και μη φανταστείτε ότι αυτό είναι καμία πολυτέλεια? Το κόστος της είναι 100 dirham (δηλ. 9€) την ημέρα (περίπου 8π.μ. με 2μ.μ.), το οποίο φυσικά μου φαίνεται λίγο, σε αντίθεση με τις υποδείξεις της κυρίας που μου τη σύστησε, αφού στην Αθήνα, μέχρι προ κρίσης τουλάχιστον, έπαιρναν 10€ την ώρα, οπότε ενίοτε της αφήνω παραπάνω…

Οι ντόπιοι έχουν τέτοιο σέρβις καθημερινά κι όπως μου είπαν η εκάστοτε Roukaya πηγαίνει νωρίς το πρωί για να τους ετοιμάσει πρωινό και να τους αφήσει έτοιμο μεσημεριανό, ενώ αναλαμβάνει και εξωτερικές δουλειές, ψώνια κλπ. Καταλαβαίνετε ότι μοιάζω εκτός τόπου και χρόνου που πάω μόνη μου στο καθαριστήριο και στο σούπερ μάρκετ και κυρίως που δε δέχομαι βοήθεια και κουβαλάω μόνη μου ρούχα και ψώνια… Όπως μου είπε και ο Εμπορικός Δ/ντης μας που είναι μέγας φλώρος (του έχουμε μάθει και τι σημαίνει και γελάει κάθε φορά που τον φωνάζουμε έτσι) με αυτή μου τη συμπεριφορά «δε βοηθάω», διότι όλοι αυτοί οι φτωχοί άνθρωποι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για να πάρουν χαρτζιλίκι και να ζήσουν (το οποίο είναι της τάξης των 10 dirham, δηλ. ούτε 1€)!!!

Αν και ακόμη δυσκολεύομαι να προσαρμοστώ σε αυτό (μια απόπειρα να χαρτζιλικώσω απέβη «μοιραία» - θα τα πω αναλυτικά σε επόμενο επεισόδιο) μετά από 3 χρόνια εδώ, καταλαβαίνω τι εννοεί και πόσο ενσωματωμένο είναι αυτό στην κοινωνία τους, εγώ δεν είμαι…