Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

ΑΓΑΠΗ Χ 3 (ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ)


Το Σαββατοκύριακο που πέρασε, με βρήκαν πολλές ώρες βυθισμένη: (α) στον καναπέ, (β) σε σκέψεις, (γ) στο παρελθόν… Όχι δεν είναι ερώτηση πολλαπλών απαντήσεων, διότι πολύ απλά ισχύουν όλα τα παραπάνω… Η καθήλωση στον καναπέ (τον γκρι σε σχήμα «Γ») φέρνει τις σκέψεις και οι σκέψεις, συχνά, οδηγούν στο παρελθόν… Αυτή τη φορά σε ένα παρελθόν πολύ μακριά από το εξωτικό Μαρόκο… σε ένα παρελθόν που καλά-καλά δε μου «ανήκει», τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος του… Αφορμή είναι δύο πρόσωπα και πολλή αγάπη… «Αγάπη επί 3» που λέει κι ο αγαπημένος μου «Λουκουμάς» και σίγουρα θα χαρεί πολύ που δανείστηκα τον τίτλο…

Θα κάνω λοιπόν ένα διάλειμμα από το σήριαλ ala marocain και θα σας πάρω μαζί μου πίσω στο 1980 και ακόμη παλαιότερα… Η συγκεκριμένη «ιστορία» είναι, και έχω την αίσθηση ότι θα παραμείνει, «έργω εν εξελίξει», του οποίου αδυνατώ αυτή τη στιγμή να προσδιορίσω το μέγεθος και την τελική μορφή. Μπορεί να αποτελέσει ένα σύντομο πέρασμα από την «καρδιά» ή μπορεί να μην τελειώσει ποτέ… Μπορεί να γραφτεί «σερί» ή μπορεί να διακοπεί, από τα επεισόδια «Μαροκινής Τρέλας» που μοιράζομαι μαζί σας, για να συνεχίσει… Μπορεί να αποδειχτεί πολύ «προσωπική» διαδρομή για να συνεχίσει ως ανάρτηση σε ένα blog (χωρίς παρεξήγηση)… Μπορεί να είναι τελικά «εκτός θέματος», θα δείξει…

...………………………………………………………………………

1980. Η Ελλάδα παλεύει με τα φαντάσματά της (όπως πάντα) αλλά, σε πείσμα της μαύρης ιστορίας της, επικρατεί ένα αισιόδοξο κλίμα όπου κυριαρχεί η πίστη στο «ελεύθερο» και «δημοκρατικό» αύριο και μια έντονη προσμονή για τις καλύτερες μέρες που έρχονται… Τα ζιβάγκο απενοχοποιούνται, οι εφημερίδες δεν τυλίγονται πλέον «προς τα μέσα», οι συζητήσεις, πολιτικές στην πλειοψηφία τους, δεν γίνονται ψιθυριστά (το ακριβώς αντίθετο μάλιστα, αν κρίνω από τον πατέρα μου και τους φίλους του) και ο ήλιος (του ΠΑΣΟΚ) καίει…

Είμαι μόνο 5 χρονών, οπότε ο «κόσμος» μου περιορίζεται στα 55τ.μ. του διαμερίσματός μας στο Παγκράτι (στη «Γούβα» για να είμαι ακριβής) και στους πάνω και κάτω ορόφους, όπου μένουν η αδελφή της μάνας μου (και μεγάλη μου αδυναμία) με την οικογένειά της και η γιαγιά με τον παππού μου, αντίστοιχα. Οι δυο μου ξαδέρφες είναι οι καλύτερές μου φίλες και οι πρώτοι μου «μέντορες», αφού έχουμε 13 μήνες διαφορά η μια από την άλλη, με μικρότερη εμένα…

Ως μοναχοπαίδι, η δίψα μου για παρέα και επικοινωνία (σε συνδυασμό με τον κοινωνικό, αεικίνητο και τολμηρό χαρακτήρα μου) με κάνει «ευάλωτη» στις επιθυμίες της τριάδας (καμία σχέση με την αγία) και τρομερά «ευπροσάρμοστη» εις το όνομα της συντροφιάς (ότι μαλακία μας έρχεται στο μυαλό, εγώ πρώτη και καλύτερη)… Τα δύο αυτά χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων, τα έφερα πάνω μου για χρόνια και μάλλον κατάφερα να τα «αποτινάξω» (ή απλώς έτσι νομίζω) ή να τα χαλιναγωγήσω, με τον καιρό… Δε βαριέσαι, αγάπα τον εαυτό σου με τα ελαττώματά του. Ξέρω τι σας λέω… Πιστέψτε με!!!

«Σχολείο» πηγαίνω από 2,5 ετών, διότι οι γονείς μου εργάζονται και η γιαγιά που με «ξεπέταξε» (με την καλή έννοια, αφού μεγάλωσα μαζί της από 40 ημερών μέχρι… σήμερα) βρίσκεται μεταξύ Αθήνας και Σαλαμίνας (το «ησυχαστήριο» του παππού μου, που ποτέ δεν της πολυάρεσε, αλλά που ως σύζυγος της εποχής της, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς), οπότε κάπου πρέπει να περνάω τα πρωινά μου. Μου αρέσει στο «σχολείο». Έχει πολλά παιδιά, μεγάλη αυλή και φως, πολύ φως… Έχω την αίσθηση ότι εκείνα τα χρόνια της ζωής μου ήταν πλημμυρισμένα από φως… Όπως θα έλεγαν και οι «ειδικοί», μάλλον κάτι καλό σημαίνει αυτό για την παιδική μου ηλικία (!!!) ή μάλλον φταίει η πολλή έκθεση στον καλοκαιρινό ήλιο (και του ΠΑΣΟΚ), παρά τις υποδείξεις για το αντίθετο…

Ο πατέρας μου είναι υπάλληλος σε μια από τις εταιρείες μεγάλου επιχειρηματία της εποχής (που μέσα από τα λεγόμενα του - του πατέρα μου, όχι του επιχειρηματία - μάλλον πολύ «μικρός» ήταν ως άνθρωπος) και η μητέρα μου ανήκει στο πολιτικό προσωπικό του Επιτελείου Πολεμικού Ναυτικού (στις λίγες επισκέψεις μου στο «Πεντάγωνο», τα θυμάμαι όλα τεράστια, από τους διαδρόμους μέχρι τους ανθρώπους – μαρτυρίες της μάνας μου χρόνια μετά ήθελαν τους περισσότερους «ανθρωπάκια», το οποίο έμελλε να επιβεβαιώσω η ίδια 20κάτι χρόνια αργότερα, διότι μερικά πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ, τέλος!!!). Μια κανονικότατη μικροαστική οικογένεια δηλαδή, όπως οι περισσότερες της εποχής…

Εκείνη, όμως, η χρονιά έμελλε να αλλάξει το ρουν της ιστορίας του Γιωργούλη και της Πιτσούλας και, κατά συνέπεια, της δικής μου...

[Ναι, ξέρω, δε συνηθίζεται το «Γιωργούλης», πόσο δε για έναν τύπο σαν τον πατέρα μου, έτσι όμως αλληλοαποκαλούνται με την «Πιτσούλα» – τη μάνα μου, σωστά το μαντέψατε – άρα, μην το ψάχνετε, είμαστε νούμερα του καμπαρέ!!! Τα εν λόγω «υποκοριστικά», είναι πια τόσο καθιερωμένα που και οι φίλοι μου τα βρίσκουν χαριτωμένα, αλλά τις πρώτες φορές που τα άκουσαν, μάλλον κράτησαν τα γέλια τους με το ζόρι ή απλώς ζορίστηκαν…]

Ο Γιωργούλης, λοιπόν, έχοντας κάνει υπομονή για κάμποσα χρόνια, περιμένοντας την πολυπόθητη προαγωγή ως αναγνώριση της συνέπειας στα καθήκοντά του και της αφοσίωσης του στον Όμιλο, είχε φτάσει στα όριά του και μετά την τελευταία ανακοίνωση μη εκπλήρωσης «του ονείρου» υπέβαλε την παραίτηση του!!! ΣΟΚ & ΔΕΟΣ. Δεν αφήνεις τη δουλειά σου (που άλλοι θα έκαναν πως και τι για να αποκτήσουν) με γυναίκα και παιδί!!! Οι οικογένειες και των δύο μούδιασαν λίγο, αλλά κράτησαν την ψυχραιμία τους…

Η μόνη που δεν αναστατώθηκε, διότι, φυσικά, ήξερε, ήταν η Πιτσούλα, η οποία είχε επίσης αποφασίσει να φύγει από τη δουλειά της, εκμεταλλευόμενη το δικαίωμα των δημοσίων υπαλλήλων (γένους θηλυκού) να μπορούν να βγουν σε πρόωρη, μειωμένη, σύνταξη, εφόσον έχουν κλείσει 15ετία και έχουν ανήλικο τέκνο. Έτσι αντιλαμβανόταν τότε το Ελληνικό κράτος την ενίσχυση του θεσμού της οικογένειας (ο φεμινισμός μας μάρανε) και με αυτό τον τρόπο «συνέβαλε» και η δική μου οικογένεια, επί χρόνια, στα σημερινά χάλια (μήπως να βγω να ζητήσω δημόσια συγγνώμη;;;). Δεύτερο Σοκ και Δέος. Δεν αφήνεις έτσι απλά τη σιγουριά του δημοσίου, τα ωράρια και τις λοιπές διευκολύνσεις, με ένα παιδί!!!

Απηυδισμένος με το «κεφάλαιο», την εκμετάλλευση και την έλλειψη αξιοκρατίας (τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου)  ο Γιώργος αποφάσισε, αφού εξασφάλισε την υποστήριξη - ηθική και πρακτική - της γυναίκας του, να βρει ένα ελεύθερο επάγγελμα, στο οποίο δε θα έδινε λογαριασμό σε κανέναν και το οποίο θα του επέτρεπε να νιώθει ανεξάρτητος και ελεύθερος (όπως και το επάγγελμα-στόχος), μέσα στα ρεαλιστικά πλαίσια της «ελευθερίας» που επιτρέπεται σε έναν βιοπαλαιστή… Διότι ο Γιώργος ότι είχε καταφέρει (και θα κατάφερνε) το είχε καταφέρει μόνος του, όπως οι περισσότεροι της γενιάς του. Έτσι και τώρα, θα γινόταν «σκλάβος» του ελεύθερου επαγγέλματός του για να παρέχει στις γυναίκες της ζωής του ευχέρεια επιλογών και στον εαυτό του την ικανοποίηση του «δε δουλεύω ξανά για κανέναν πούστη!!!» [με στόμφο αρβανίτικο]

Τρίτο και τελευταίο παιδί αγροτικής οικογένειας από ένα χωριό κοντά στη Θήβα, έχασε τον πατέρα του στα 17 (γεγονός που δε νομίζω ότι του «συγχώρεσε» ποτέ), αλλά παρέμεινε το «μανάρι» / καμάρι της μάνας του που θα έκανε ότι μπορούσε για τον δει να φοράει γραβάτα και να τον φωνάζουν «Κύριο» (αυτή ήταν η συμβουλή / εντολή που του είχαν δώσει γιατί, βλέπετε, οι άνθρωποι της γης ακούγανε – και ακούνε – στο «Μπάρμπας», σαν τον Μπάρμπα-Στάθη, και είχαν σκληρά χέρια, ενώ το «Κύριος» φάνταζε ως τίτλος τιμής και συμβόλιζε ανώτερο επίπεδο μόρφωσης, καλλιέργειας και, κατά συνέπεια, επαγγέλματος).

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Γιωργάκης (αργότερα θα γινόταν Γιωργούλης) «ξενιτεύτηκε» για να πάει Γυμνάσιο στη Θήβα, όπου ζούσε σε ένα δωμάτιο με τον αγαπημένο του ξάδελφο και περίμενε το λεωφορείο μια φορά την εβδομάδα για να παραλάβει το δέμα από τη μάνα του, ή ότι έφτανε από αυτό, αφού πολλές φορές οι απώλειες ήταν ιδιαίτερα σημαντικές κατά τη διαδρομή (δυστυχώς το ’55 δεν «έπαιζαν» ακόμη τα Tupperware), με αποτέλεσμα η εβδομάδα να έχει για soundtrack το γουργουρητό από παιδικά άδεια στομάχια… «Παιδιά ήμασταν μωρέ, δεν έτρεχε τίποτα… τη βγάζαμε και με ψωμί!!!» θα λέει γελώντας μετά από χρόνια, σε περιγραφές ενός «ωραιοποιημένου» παρελθόντος…

Τα αποτελέσματα των εισαγωγικών στο Πανεπιστήμιο βρήκαν το Γιώργο επιτυχόντα στην τότε Πάντειο Σχολή, στον κλάδο των Πολιτικών Επιστημών (κάποιοι από τους Κώδικες βρίσκονται ακόμη στη βιβλιοθήκη του πατρικού μου). Χαλάλι ο κόπος και η κούραση!!! Η χήρα-μάνα του καμάρωνε σαν το γύφτικο σκεπάρνι που το όνειρο του άντρα της πραγματοποιήθηκε, παρά τις αντίξοες συνθήκες, διότι ο Χαράλαμπος, αν και πέθανε νωρίς και ξαφνικά, είχε προλάβει να εμφυσήσει στον «μικρό» την αγάπη για τα «γράμματα», την οποία η κυρά του κληρονόμησε ως «χρέος» που όφειλε να φέρει εις πέρας…

Έτσι βρέθηκε ο Γιώργος στην Αθήνα. Να δουλεύει και να σπουδάζει ταυτόχρονα. Να αλλάζει σπίτια και φιλενάδες. Να γλεντάει με φίλους και να τρώει «μία από γιουβέτσι». Θυμάται εκείνα τα χρόνια με ανάμεικτα συναισθήματα και, ανάλογα με το ποσοστό αλκοόλ στο αίμα του, αναδεικνύει διαφορετικές στιγμές (ο Γιωργούλης μεθάει πολύ δύσκολα και συνήθως όταν οι άλλοι έχουν λιποθυμήσει ή έχουν ήδη ξενερώσει – εκείνες είναι οι μόνες φορές που κλαίει σαν παιδί όταν θυμάται τη δεκαετία του ’60, διότι οι νηφάλιες περιγραφές του, που είναι και οι περισσότερες, διαθέτουν τρελό χιούμορ και αυτοσαρκασμό – ναι, είμαι παιδί του και, πιστέψτε με, δεν το αποδεικνύει μόνο αυτό).

Παρά τη φτώχεια και την ταλαιπωρία, εκείνη η πρώτη δεκαετία της ζωής του πατέρα μου στην Αθήνα ήταν αυτή που τον έκανε να την ερωτευτεί. Οι ιστορίες που έχει να λέει και η διάθεση, με την οποία περιγράφει ακόμη και τα πιο δύσκολα, το επιβεβαιώνουν. Νομίζω ότι αν ήμουν άντρας θα είχα ακούσει και πιο «καυτά» σκηνικά, αλλά ακόμη κι ένας ανοιχτόμυαλος τύπος σαν το Γιώργο, κρατάει τα προσχήματα όταν πρόκειται για «το κοριτσάκι» του. Αχ, ρε Giorgio, αστέρι!!! (Giorgio τον φώναζα εγώ για χρόνια, αλλά επικράτησε το τρυφερό «Γιωργούλης» της μάνας μου με όλα τα συναισθήματα που αυτό εκφράζει, ακόμη και σε στιγμές αντιπαράθεσης… τότε γίνεται πιο τραγουδιστό «Έλα ρε Γιωργούληηη!!!» - αν πει «Γιώργο» τα πράγματα είναι όντως σοβαρά!!!)


……………………………………………….

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου