Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

ΔΥΟ ΔΩΔΕΚΑΤΑ...


Ανοίγεις τα μάτια πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι ή έτσι νομίζεις γιατί ποτέ δεν το άκουσες… Συνειδητοποιείς ότι πάλι έσβησες στον καναπέ… Εσύ σβησμένη, τα φώτα αναμμένα… Προσπαθείς να νιώσεις το σώμα σου για να καταλάβεις πόσο έχεις πιαστεί ή όχι… Σηκώνεσαι συνοφρυωμένη, σέρνεσαι στην κουζίνα (πέντε βήματα από τον καναπέ) και ανάβεις την καφετιέρα… Περιμένεις. Τεντώνεσαι. Σηκώνεις βαριεστημένα τα χέρια και αισθάνεσαι τα κόκκαλα της λεκάνης σου να εμφανίζονται δειλά πάνω από την ταλαιπωρημένη φόρμα… Γυρίζεις στην οικεία γούβα του καναπέ σε σχήμα Γ με τον καφέ στο χέρι. Ανάβεις τσιγάρο. Παίρνεις το τηλέφωνο στο χέρι. «Καλημέρα όμορφη…» «Γεια σας παιδάκιααα…» μηνύματα γραμμένα από αγαπημένα χέρια κάπου στην Καλλιθέα, στα Πετράλωνα, στο Μαρούσι, στην Κυψέλη, στο Τόκυο… Πρησμένα μάτια. «Πρησμένο» μυαλό.

Ανάβεις την τηλεόραση. Τα ίδια. Ανοίγεις την ντουλάπα. Τα ίδια. Μπαίνεις στο μπάνιο και κάτω από το νερό κάνεις τις πιο απίθανες σκέψεις. Συνήθως αρνητικές. «Οξύμωρο» σκέφτεσαι, αφού το νερό συμβολίζει ηρεμία και κάθαρση. Χμμμ… Κάθαρση. Αυτό θα είναι. Έρχονται στην επιφάνεια σκιές από το παρελθόν, αγωνίες για το μέλλον, τα ζόρια που σε περιμένουν μέσα στην ημέρα, σε μια προσπάθεια να «εξαγνιστούν». Σου αρέσει αυτή η σκέψη… Πλένεις τα δόντια σου με προσοχή (όχι όση θα έπρεπε, αλλά έχεις κάνει πρόοδο). Ντύνεσαι. Μαζεύεις τα υγρά ακόμη μαλλιά σου. Πασαλείβεις τη μούρη σου με ενυδατική. Κλείνεις την τηλεόραση. Τσεκάρεις την τσάντα σου. Βγαίνεις.

Ίδια διαδρομή, χωρίς εκπλήξεις (αυτές θα έρθουν μετά). Μπαίνεις στο γραφείο. «Bonjour…» «Bonjour!!!». Ανάβεις τον υπολογιστή και μέχρι να φορτώσει φτιάχνεις καφέ. Μηχανικές κινήσεις. Χωρίς σκέψη. Οι σκέψεις τρέχουν ήδη αλλού. Τις προάλλες που μίλησες με τη Γ. με αφορμή τα γεννέθλιά της σου είπε ότι τελικά θα περάσει ο χειμώνας και δε θα έχετε ειδωθεί. Σου χτύπησε άσχημα. Δεν το είχες συνειδητοποιήσει. Μα πώς περνάει έτσι ο καιρός; Νιώθεις ήδη ότι έχει φτάσει φθινόπωρο κι εσύ έχεις «χάσει» άλλο ένα χρόνο. Αλήθεια, είναι χαμένος; Έτσι νιώθεις, αλλά ξέρεις ότι όλα είναι σχετικά. Ότι υπάρχουν πρωινά που ξυπνάς και όλα είναι πιο φωτεινά. Απλώς έχουν καιρό να ξημερώσουν και πρέπει να πιέζεις τον εαυτό σου για να τα θυμηθεί.

Να θυμηθεί ότι εσύ είσαι φύσει και θέσει αισιόδοξη. Γελάς με πάθος και χωρίς αναστολές, όπως αγαπάς… Πέφτεις με τα μούτρα σε ότι κάνεις γιατί δεν έχεις μάθει να κάνεις αλλιώς. Αντέχεις. Ναι, αντέχεις. Το λένε όλοι. Το λες κι εσύ στον εαυτό σου, αλλά γιατί;;; Γιατί πρέπει να αντέχεις; Γιατί δεν τα τινάζεις όλα στον αέρα για να σταματήσεις να αντέχεις; Ερώτηση πολλαπλών απαντήσεων… Τις έχεις δώσει όλες. Τις ξέρεις γι’ αυτό και αντέχεις.

Ανάβεις τσιγάρο για να αλλάξεις σκέψεις. Αλλάζεις θέση στην καρέκλα (και αυτό βοηθάει). Σηκώνεις ελαφρώς το κεφάλι για να αποκτήσεις άλλη προοπτική. Ανοίγεις την ατζέντα με τις εκκρεμότητες και στιγμιαία μειδιάζεις. Τα ίδια. Αρχίζει και μπαινοβγαίνει κόσμος. Τους βαριέσαι. Διαβάζεις τα εισερχόμενα. Βαριέσαι. Βαριέσαι γιατί τα ίδια δεν είναι ποτέ ίδια. Κάποιος έκανε ένα λάθος. Κάποιος ξέχασε / αδιαφόρησε / κοιμάται όρθιος… Κάποιος εξέθεσε την εταιρεία. Κάποιος εκμεταλλεύτηκε την εμπιστοσύνη σου. Κάποιος εκμεταλλεύτηκε την καλοσύνη σου. Κάποιος είναι ευθυνόφοβος και αναβλητικός. Κάποιος πρέπει να φύγει άμεσα γιατί σου γυρνάει το στομάχι. Πάντα κάποιος, κάπως, κάπου θα γίνει η αιτία να ξεχάσεις τη λίστα με τις εκκρεμότητες, όπως έχεις ξεχάσει εσένα την ίδια…

Τα γράφεις σε δεύτερο πρόσωπο γιατί τα λες σε εσένα που ενίοτε ξεχνάς… Ξέρεις ότι είναι μια φάση και ότι σε 2 ώρες πάλι με κάποια αφορμή θα γελάσεις δυνατά. Αύριο-μεθαύριο θα κάνεις πάλι σχέδια και θα μιλάς με ενθουσιασμό για πράγματα όμορφα και ανθρώπους αγαπημένους. Ναι ρε, και τί έγινε; Χρόνο έχουμε. Αγάπη έχουμε. Όλα θα γίνουν. Σκας χαμόγελο. Πόσο αστείο είναι που διαβάζεις τα παραπάνω και θες να τα ξορκίσεις για να μην «κλείσεις» μίζερα και στενάχωρα. Καλά σε λένε τρελή. Φταίει και το ζώδιο. Είναι και αυτό το προσωπικό στοίχημα να μην αφήνεις τίποτα να σε ρίξει (για πολύ). Να του πας κόντρα. Ξανά χαμόγελο. Γλυκόπικρο, αλλά λυτρωτικό…

Έλα, σταμάτα, αρκετά!!! Έχουμε και δουλειές…


 

Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2014

ΕΝΑ ΔΩΔΕΚΑΤΟ...


Ανοίγω τα μάτια τόσο αργά σαν να τα βαραίνει ο κόσμος όλος… Μετά από ένα ακόμη βροχερό Σαββατοκύριακο στον γκρι καναπέ σε σχήμα Γ (σταθερή αξία), η αρχή της εβδομάδας μου φαίνεται πιο δύσκολη από ποτέ… Δεν κοιμάμαι πολύ καλά τελευταία, χωρίς να μπορώ να εντοπίσω ακριβώς το γιατί. Οι μέρες μου φαίνονται ατελείωτες και την ίδια στιγμή όλες μαζί μοιάζουν να διαρκούν ένα λεπτό. Ήδη το ένα δωδέκατο του 2014 έφυγε και είναι η πρώτη φορά που κάνω αυτή τη διαπίστωση τόσο νωρίς μέσα στο χρόνο… 4 χρόνια.

4 χρόνια τόσο γεμάτα, αλλά και τόσο «άδεια»… Εδώ κι εκεί, παντού. Κοντά και μακριά. Μαζί και χώρια. Στιγμιότυπα από τις ζωές αυτών που αγαπώ, μόνο στιγμιότυπα… Σκέψεις και αναβλητικότητα. «Θα πάρω τηλέφωνο…» «Θα ειδωθούμε την επόμενη φορά…» «Θα έρθω…» «Θα έρθεις;» «Μου λείπεις…» «Πού είσαι;» «Όλα καλά;;;» Χμμμ… Όλα καλά!!! Νέα… Τί νέα;;; Θα τα πούμε από κοντά… από κοντά; Ραντεβού από μήνα σε δίμηνο και αν…

Έτσι περνάνε τα δωδέκατα του χρόνου… με υποσχέσεις, προσδοκίες κι αναβολές!!! Κάποιοι με καταλαβαίνουν απόλυτα, κάποιοι με συγχωρούν («Τι να πρωτοπρολάβεις κι εσύ!!!»), κάποιοι με αγαπάνε έτσι απλά… κι εγώ τρέχω να προλάβω ότι μπορώ! Εκεί που τρέχω επιβραδύνω. Δεν έχει νόημα σκέφτομαι. Καλύτερα κάποια στιγμή χωρίς πίεση, παρά να γίνουν όλα βιαστικά. Δε θέλω να βλέπω την κολλητή μου με το ρολόι στο χέρι γιατί κάπου αλλού πρέπει να βρίσκομαι μετά… Δε γουστάρω να ξυπνάω την Κυριακή (αυτή τη μια Κυριακή) και να έχω ήδη πρόγραμμα… Αναπολώ τις μέρες χωρίς πλάνο, που άρχιζαν με ένα καφέ και τελείωναν την άλλη μέρα το πρωί. Χωρίς την αγωνία να προλάβω. Γονείς, τσεκ. Γιαγιά, τσεκ. Αμόρε, τσεκ. Κολλητή 1, τσεκ. Κολλητή 2, τσεκ. Κολλητή 3, τσεκ. Φίλοι τσεκ, τσεκ, τσεκ κοκ. Οδοντίατρος, τσεκ. Λογιστής, ακόμη σε εκκρεμότητα… Σπίτι, στον πάγο.

Γεννητούρια, γιορτές, γενέθλια, γλέντια, αρρώστιες, αγωνίες… Εγώ, αλλού. Μικρό το κακό, την επόμενη φορά… «Όταν θα έρθεις…» και φεύγει ο καιρός και χάνεται… μα η ψευδαίσθηση ότι θα αναπληρώσω τις στιγμές παραμένει… Παραμένει μέχρι τη στιγμή που το «γεγονός» δεν παίρνει αναβολή. Γιατί, παίρνει αναβολή ο θάνατος;

Ο θάνατος βάζει τέλος και το τέλος σε κάνει ανήμπορο και σε ταράζει όσο τίποτα. Αυτό με αποσυντονίζει… Να χάνεται ένα αγαπημένο πρόσωπο κι εγώ να είμαι στου διαόλου τη μάνα… Να μην προλάβω να πω ένα γεια, να του κρατήσω το χέρι για μια τελευταία φορά, να έχουμε χαθεί, πλέον οριστικά. Αμηχανία. Θλίψη. Ντροπή. Που δεν ήμουν εκεί… Που δεν εξέφρασα την αγωνία και την αγάπη μου… Που ανέβαλα την επίσκεψη για μια επόμενη φορά. Παρτάκια!!! Σκατά τα έκανες!!!

Χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν η μάνα μου. Πρωί. Κάτι κακό συμβαίνει. Δεν παίρνει ποτέ πρωί, μην ενοχλήσει το «στέλεχος» (τρομάρα μου). Αρχίζει να ρωτάει τι κάνω και επιμένω «Μαμά, τί έγινε;»… «Εδώ, καλά, εσύ;» «Μαμά, τι έγινε; Πες!!!» «Η Γ....… » λέει κι έχω καταλάβει… Τέλος. Ειρωνεία. Την σκεφτόμουν πάλι το Σαββατοκύριακο κι έλεγα πως αυτή τη φορά θα πάω να τη δω χωρίς αναβολή… Εύγε… Μείνε τώρα σαν το μαλάκα, άφωνη και ανήμπορη ακόμη και να εκφράσεις τη λύπη σου και το πόσο την είχες στο μυαλό σου. Μοιάζει να μην έχει νόημα. Μοιάζει σαν αυτά που κοροϊδεύεις… και να ακούς από πάνω την Πιτσούλα να ζητάει συγγνώμη που σε στενοχώρησε πρωί-πρωί…
Α ρε μάνα!!!