Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

ΑΓΑΠΗ Χ 3 (ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ & ΚΑΤΙ...)


Την εποχή που ο Γιώργος απομακρυνόταν αργά και σταθερά από το χωριό του, την αγροτική ζωή και, κυρίως, τις βαθειά ριζωμένες πεποιθήσεις της επαρχίας, η Πίτσα (από το Καλλιόπη) που ενίοτε άκουγε και στο Πόπη, Καλή, Κάλλη και όποιο άλλο υποκοριστικό του υποκοριστικού, με κορυφαίο το «Πιτσί» (για την πολύ κλειστή οικογένεια), μεγάλωνε μεταξύ Αθήνας και Περάματος, στην αυστηρή οικογένεια ενός χτίστη, κι αργότερα μικρο-εργολάβου, από την Ανάφη, ο οποίος  βρέθηκε στο Βασιλικό Ναυτικό (βεβαίως βεβαίως) κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αφήνοντας γυναίκα και δύο παιδιά (το Πιτσί νεογέννητο), για να επανέλθει στις οικοδομές αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου και να φέρει στον κόσμο ένα ακόμη κορίτσι… Παιδί «σάντουιτς» η Πίτσα, από τα πλέον συνεπή στο ρόλο που τους προσδίδουν οι «ειδικοί», μέχρι και σήμερα στα 70φεύγα της…

Παρά τη φτώχεια τους, οι γονείς της Πίτσας ήθελαν «τα καλύτερα» για τα παιδιά τους (κυρίως για τα κορίτσια τους, διότι ο πρωτότοκος είχε δείξει από νωρίς τον άστατο χαρακτήρα του, οπότε είχαν πάρει απόφαση ότι «δεν τον κάνουν καλά»), δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στην εκπαίδευσή τους, στέλνοντάς τα σε ιδιωτικό σχολείο, κάτι που κανένας στο «περιβάλλον» τους δεν επεδίωκε, αλλά ούτε καν σκεφτόταν, εκείνη την εποχή.

«Μπορεί να μην είχαμε να φάμε, αλλά εγώ έκανα το κουμάντο μου από τα λεφτά που έφερνε ο παππούς σου για το σχολείο της μαμάς σου και αργότερα της θείας σου – μη φανταστείς κανένα ποσόν! Ήμασταν νοικοκυραίοι και τα καταφέρναμε και με τα λίγα…» μου έλεγε η σούπερ γιαγιά μου στις εξομολογήσεις της και συνέχιζε… «Τι ήμανε μωρέ;;; Μια σταλιά παιδί ήμανε και κράταγα ολόκληρο σπίτι μοναχή μου… και σιγά-σιγά με τη βοήθεια της μάνας σου… δεν μπορώ να πω, αυτό μου το παιδί ήταν πολύ προκομμένο από μικρό… Ήμανε όμως σκληρή μάνα και ο παππούς σου αυστηρός. Ήταν η εποχή βλέπεις…» Μέσα από τις ιστορίες της γιαγιάς μου και κάποιες παλιές φωτογραφίες, έχω πολλές φορές φανταστεί το σπίτι τους και τη μάνα μου παιδί,  με ένα τεράστιο φιόγκο στα μαλλιά, να την παραλαμβάνει το σχολικό από την «παράγκα» τους στο Πέραμα, εκεί όπου έζησαν τα χρόνια που το «Παγκράτι» ήταν σε «ανακατασκευή» - Έργο Ζωής.

Ένα όμορφο, σοβαρό, «μετρημένο» κορίτσι, αρκετά «κλειστό» και ολίγον σνομπ… Αν ακούσεις την Πιτσούλα να περιγράφει τον εαυτό της, επαληθεύεται το πρόσφατο «πείραμα» γνωστής εταιρείας καλλυντικών, που παρουσιάζει πολύ εύστοχα πόσο διαφορετικά βλέπουμε εμείς τον εαυτό μας σε σχέση με το πώς μας βλέπουν οι άλλοι… Το πείραμα έδειξε πόσο πιο αυστηρές είναι οι γυναίκες με την εμφάνισή τους, και γενικότερα με τον εαυτό τους, σε αντίθεση με το πόσο πιο «όμορφες» τις βλέπουν οι τρίτοι…

Έτσι και η μάνα μου.

Το γεγονός ότι δεν ταίριαζε με το «πρότυπο ομορφιάς» της εποχής της, που ήθελε τις γυναίκες με μεγάλη λεκάνη, πλούσιο στήθος και ίσια μαλλιά, αλλά ήταν πιο «δυτικών προδιαγραφών» (σπαστά, μάλλον ατίθασα, μαλλιά, μικρό στήθος και στενή λεκάνη – η Πιτσούλα θα είχε μεγάλο σουξέ στα ‘90s), σε συνδυασμό με τον καταπιεσμένο ερωτισμό της, λόγω ανατροφής και χαρακτήρα, την έκαναν να νιώθει λιγότερο «θηλυκό»…  Σε αυτό φαίνεται να συνέβαλε το ότι έκανε πάντα πολύ καλή παρέα με τα αγόρια, τα οποία τη σέβονταν και την αντιμετώπιζαν σαν «φιλαράκι» και όχι σαν εν δυνάμει «φιλενάδα» (ή, τέλος πάντων, αυτά λέει, αυτά σας λέω… διότι έχω σοβαρές αμφιβολίες).

Η Πίτσα τελειώνει το Γυμνάσιο και προσλαμβάνεται στο Επιτελείο, με άλλα λόγια «τακτοποιείται στο Δημόσιο» - γεγονός αρκετά αξιοσημείωτο εκείνη την εποχή. Όπως έπαιζε μικρή με τα αγόρια της γειτονιάς, έτσι βρίσκεται για άλλη μια φορά σε καθαρά ανδροκρατούμενο περιβάλλον, οπότε «στα νερά» της. Δεν έμαθα ποτέ και δε νομίζω ότι θα μάθω για τις σχέσεις της μάνας μου με το άλλο φύλο, πέραν των φιλικών… Σαν η ερωτική της ζωή να ξεκίνησε όταν γνώρισε τον πατέρα μου (κάποια στιγμή στην εφηβεία, την είχα στριμώξει να μου πει για καμιά «περιπετειούλα», αλλά το απέφυγε με το φλεγματικό χιούμορ της, πετώντας μου ένα «δεν υπήρχε άλλος πριν από τον μπαμπά σου» (το είδα το μειδίαμα, αλλά έκανα τη χαζή) και «είχα άλλες βλέψεις εγώ… δεν έριχνα τα μούτρα μου για τον πάσα έναν…». Δεν ήταν μόνο αυτό ρε Πιτσούλα! Ήταν που περίμενες να γνωρίσεις το άλλο κομμάτι του πάζλ, αυτό που φαινομενικά δε σου μοιάζει καθόλου, αλλά συμπληρώνει με ακρίβεια τα κενά για να ολοκληρωθεί η εικόνα… Η κοινή σας εικόνα…

Η Πίτσα γνώρισε το Γιώργο και ο Γιώργος την Πίτσα γύρω στο ‘71-72, στο πλαίσιο κοινής παρέας, και σε λιγότερο από ένα χρόνο παντρεύτηκαν. Μεγάλα παιδιά πια και οι δύο (είναι συνομήλικοι) ήξεραν τι ήθελαν και όταν το βρήκαν, δεν χρειάστηκε να το σκεφτούν πολύ… Ήταν «κατασταλαγμένοι» λένε με ένα στόμα, μια φωνή.

«Επαναστάτες» ή «άτυχοι» (ανάλογα πώς το βλέπεις), είχαν καβατζάρει τα 30 και δεν είχαν ακόμη κάνει οικογένεια, πράγμα που αποτελούσε, ειδικά για τις γυναίκες, «σκάνδαλο» στην Ελλάδα του '60 - '70… Περίεργο, ως εκ τούτου, ότι οι παππούδες μου δεν ασκούσαν πιέσεις στη «μεγάλη», παρόλο που η αδερφή της (5 χρόνια μικρότερη) είχε ήδη μια κόρη και πήγαινε για τη δεύτερη… Πολύ avant garde λέμε!!! [ή απλώς δεν τολμούσαν να της μιλήσουν, γιατί είχε πάντα - και έχει - τον τρόπο της να βάζει όρια, ακόμη και στον αυστηρό πατέρα της και στη «Στρατηγό» Μαργαρώ … Νο 1 «όπλο» της η «Θεραπεία της Σιωπής» (“The Silence Treatment” που λένε και στα εγγλέζικα, το οποίο τσακίζει νεύρα)…]

Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στο διαμέρισμα – προίκα της Πίτσας και ξεκίνησε την κοινή του ζωή και την «ουσιαστική» γνωριμία του… Αν και από τα λεγόμενα, κυρίως της μάνας μου, είχαν αρκετές διαφορές και αντιθέσεις μεταξύ τους, αυτό που πάντα τους ένωνε, και τους ενώνει μέχρι σήμερα, πέρα από τη μεγάλη και ανιδιοτελή αγάπη του ενός για τον άλλο, ήταν ο σεβασμός και οι αμοιβαίες υποχωρήσεις, σε συνδυασμό με μεγάλες δόσεις λογικής κι ευαισθησίας (σε σύγχρονη Ελληνική βερσιόν)… Πάντα μου φαινόταν εντυπωσιακό πώς γίνεται και οι δύο να είναι «τέρατα λογικής» με αστείρευτη δύναμη ψυχής και μεγάλη καρδιά… Μαζί και ο καθένας χωριστά, εκτός του ότι με «κατέστρεψαν» (με έκαναν ίδια και απαράλλακτη σε Μοντέλο ΄90s για να υποφέρω), θα αποτελούσαν παράδειγμα «προς αποφυγήν» στον «Οδηγό Επιβίωσης στη Σύγχρονη Εποχή», Νεοελληνικές Εκδόσεις… αν υπήρχε).

Μετά από δυόμισι χρόνια γάμου και μια αποτυχημένη προσπάθεια, ο Γιώργος και η Πίτσα απέκτησαν μια κόρη (oui, cest moi!!!) και έγιναν, επιτέλους, «οικογένεια». Πάντα είχα ένσταση στον ορισμό της οικογένειας ως «άντρας-γυναίκα-παιδί», διότι θεωρώ ότι μπορεί κάλλιστα οικογένεια σου να είναι απλά ο άνθρωπος που αγαπάς, με ή χωρίς παιδί, εντός ή εκτός γάμου, άλλου ή ιδίου φύλου κλπ. - έχω και ζωντανά παραδείγματα, αλλά αυτή είναι μια άλλη κουβέντα. Στην ιστορία μας, οικογένεια σήμαινε «παιδί»!!! Άρα, ο ερχομός μου «ολοκλήρωσε» την εικόνα κι εγώ έγινα το κέντρο του κόσμου στα μάτια των γονιών μου…

[Στα δικά μου μάτια, όμως, αυτό που μοιράζονται αυτοί οι δύο άνθρωποι μεταξύ τους είναι πέρα και πάνω από εμένα. Σε δύσκολες στιγμές στο πρόσφατο παρελθόν, όταν προέκυψαν διαδοχικά προβλήματα υγείας και στους δύο, ένιωσα το «χάσιμο» στο βλέμμα αυτού που αγωνιούσε, τον πόνο και τον φόβο της απώλειας του άλλου… Περίεργο, αλλά, από τη μια, με τρόμαξε πολύ και, από την άλλη, μου άφησε ένα υπέροχο συναίσθημα, αυτή η αμοιβαία αφοσίωση του ενός στον άλλο… Τότε τους αποκάλεσα για πρώτη φορά «Σιαμαία»…]

Ο πατέρας μου θεώρησε πολύ θετικό οιωνό που η κόρη του γεννήθηκε το 1975, μετά την πτώση της Χούντας, στο ξεκίνημα των «μεγάλων αλλαγών» (γι’ αυτό τώρα του κοστίζει πολύ που η γενιά της καλείται να ζήσει μια κρίση για την οποία δεν την προετοίμασε κανείς). Ποιός να του έλεγε τότε ότι θα ζούσαμε μια φούσκα που θα μας έσκαγε στα μούτρα αργά ή γρήγορα… Δε βαριέσαι, εκείνος τότε το χάρηκε κι ας μην έκανε αγόρι, όπως επεβάλλετο, ούτε δίδυμα, όπως είχε πει ο γιατρός (η καζούρα που του έκαναν οι «ξύπνιοι» συγγενείς, για το φύλο, δεν τον άγγιζε πια – είχε αφήσει πίσω του, προ πολλού, πολλές από τις επαρχιώτικες αντιλήψεις, με τις οποίες μεγάλωσε, κι έμελλε να αφήσει κι άλλες, εν καιρώ)…

Το ζεύγος αγόρασε αυτοκίνητο, από τις «αποταμιεύσεις» της Πιτσούλας, η οποία είχε χρηστεί «οικονομικός διαχειριστής» της οικογένειας (έκαστος στο είδος του), διότι οι μετακινήσεις ήταν δύσκολες πλέον με ένα μωρό. Παράλληλα, άρχισαν να κάνουν σχέδια για το άμεσο μέλλον, αφού στο 2άρι στο Παγκράτι δεν υπήρχε χώρος ούτε για παιδικό δωμάτιο, ούτε για τα όνειρά τους…

Μην φανταστείτε τίποτε «όνειρα θερινής νυκτός», αλλά από αυτά τα άλλα, τα «ρεαλιστικά», που σε κρατάνε σε εγρήγορση και δίνουν νόημα και χρώμα στη ζωή…

…………………………

Η δική μου ζωή άρχισε σε ένα σπίτι που συνδύαζε μοναδικά τις ιδιωτικές στιγμές μιας πυρηνικής οικογένειας με τη στήριξη και την ενισχυμένη φροντίδα ενός εκτεταμένου οικογενειακού σχήματος, σε χαλαρή μορφή… Με λίγα λόγια, υπήρχε αγάπη χωρίς τον παραδοσιακό παρεμβατικό της χαρακτήρα. Μπορεί να μέναμε πάνω-κάτω με παππούδες και θείους, αλλά ο καθένας είχε το δικό του σπιτικό, το οποίο για εμάς τα παιδιά, φυσικά και έμοιαζε ένα, αλλά για τους ενήλικες υπήρχαν σαφή όρια…

Από εκείνο το ιδιαίτερο «κοινόβιο» θα θυμάμαι πάντα τα πρωινά που η γιαγιά μας τάιζε το καθημερινό αυγό (τότε δεν είχε ακόμη χαρακτηριστεί «επικίνδυνο» από τους παιδίατρους), βάζοντας μας και τις τρεις στη σειρά, κατά ηλικία, και δίνοντας μας διαδοχικά μπουκιές με το ίδιο κουτάλι (πόση αγωνία είχα επειδή νόμιζα ότι όντας τελευταία θα έτρωγα λιγότερο!).

Θυμάμαι τις φορές που όταν μια από τις τρεις κολλούσε κάποια παιδική αρρώστια, μας έβαζαν να κοιμηθούμε όλες μαζί για να κολλήσουμε και οι άλλες δύο και να «ξεμπερδεύουμε»… Τα μεσημέρια που περιμέναμε με αγωνία να γυρίσει ο πατέρας μου από τη δουλειά επειδή, κάθε μέρα, μας έφερνε ένα μικρό δωράκι (οι «Σπιρτούληδες» - κουκλάκια μέσα σε σπιρτόκουτο, για όποιον δεν γνωρίζει – ήταν το αγαπημένο μας, μέχρι που παραπονεθήκαμε ότι άρχισαν να επαναλαμβάνονται τα ίδια, οπότε ο «Αρβανίτης», έκοψε την καθημερινή συνήθεια μαχαίρι!!!). Τις απίστευτες τηγανιτές πατάτες της θείας μου, σχεδόν σε καθημερινή βάση… Τα παιχνίδια μας στην ταράτσα… Τις προσταγές της γιαγιάς «άνοιξε – μάσα – κατάπιε» για να φάω 3 μπουκιές φαί (τους έβγαζα την Παναγία, είναι γεγονός).

Τα Πάσχα στη Σαλαμίνα, όπου το σπίτι του παππού άνοιγε για όλους κι εμείς μαλώναμε ποιος θα σουβλίσει περισσότερη ώρα το αρνί (!!!) - αγαπημένη οικογενειακή παράδοση που, δυστυχώς, κόπηκε το 1986, μαζί με το νήμα της ζωής του παππού μου (είναι καταπληκτικό το πόσο έντονη ήταν η παρουσία του στη ζωή μου – στη ζωή όλων μας – που αν και «συνυπήρξαμε» μόνο 10 χρόνια, αυτά ήταν τόσο γεμάτα που μοιάζουν σαν μια ολόκληρη ζωή – ζωή με γεύση παγωτό καϊμάκι που ήταν η κοινή μας λατρεία)…  

Πολλά στιγμιότυπα, αμέτρητες εικόνες… Αναμνήσεις ανακατεμένες με περιγραφές τόσο ζωντανές που τις οικειοποιείσαι με τα χρόνια και δεν μπορείς πια να ξεχωρίσεις αυτά που όντως θυμάσαι από αυτά που νομίζεις ότι θυμάσαι, μέσα από λιγοστές φωτογραφίες και τις αμέτρητες διηγήσεις των μεγαλύτερων… Διηγήσεις με άρωμα γιασεμί…

Όπως και να έχει, ήταν υπέροχη η εισαγωγή μου στον κόσμο και την κρατάω μέσα μου με απίστευτη γλύκα, όπως τη μυρωδιά της γιαγιάς μου, στην οποία έχω χρόνια εξάρτηση και, ακόμη και σήμερα, «ολόκληρη γυναίκα», χώνω τη μύτη μου στο λαιμό της, εκεί κάτω από το αυτί, και τη μυρίζω με μανία (πόσο αστείο είναι που τώρα πια, στα 93 της, αισθάνεται αμήχανα και μου λέει να σταματήσω, ενώ την ίδια στιγμή χαμογελάει με κρυφή ικανοποίηση και τα μάτια της λάμπουν από χαρά…).

 

……………………………………………………...............

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου