Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

ΣΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ


Τα σαββατοκύριακα έχουν χάσει τη λάμψη τους τον τελευταίο χρόνο.

Όχι, δεν είναι που δεν έχω τι να κάνω, ούτε που μένω σπίτι κι έχω ανάγει το να βάζω πλυντήριο σε διασκέδαση, ούτε που η τηλεόραση έχει ότι χειρότερο (αυτό τελικά δεν αλλάζει όπου κι αν βρίσκεσαι)... Είναι που ειδικά τα σαββατοκύριακα, λες και το έχει προγραμματίσει ο Αλλάχ, έχει πάντα συννεφιά!!!

Σοβαρά μιλάω. Μπορεί όλη την εβδομάδα να έχει χαρά Αλλάχ, να σκέφτεσαι «άντε σούπερ, θα πάμε να λιαστούμε στο Atlantique το ΣουΚού» (αναλυτικά για Atlantique εν καιρώ), να μη θες να κάθεσαι στιγμή στο γραφείο, να ονειρεύεσαι ψαράκι, κρασάκι και αεράκι Ατλαντικού (αεράκι το λέμε για να προσελκύσουμε «πελατάκια» - άντε ελάτεεε!!!) και ξυπνάς πρωί Σαββάτου μέσα σε ένα γκρι σύννεφο / ομίχλη / μπίχλα (ταιριάζει με τον καναπέ μου, δε λέω) που σε καθηλώνει στον (ταιριαστό) καναπέ και ούτε πλυντήριο δε θες να βάλεις (αν είναι δυνατόν)!!! Αυτό συνεχίζεται και την Κυριακή...

Τις φαντασιώσεις περί ηλιόλουστου σαββατοκύριακου τις είχαμε laaast year (actually, the year before the last)!!! Τώρα πλέον απλώς ξέρουμε. Δεν έχουμε καμία προσδοκία, οπότε αν έχουμε την τύχη να δούμε έστω και λίγο ήλιο το ΣΚ το θεωρούμε ευλογία (Αχ, Αλλάχ!!!). Άσε που από συνήθεια πλέον και ηλιόλουστο να είναι το πρωινό, περιμένεις με καχυποψία, πίνοντας καφέ στον γκρι καναπέ σε σχήμα Γ, πότε θα σκοτεινιάσει... και συνήθως επιβεβαιώνεσαι. Τρελό φαινόμενο. Παρακαλώ, αν γνωρίζει (και μπορεί) κάποιος ας μου το εξηγήσει, γιατί έχω αρχίσει και το παίρνω προσωπικά...

Όχι τίποτα άλλο, έχω χάσει και τον Νο1 λόγο που με έκανε να αυτοχρυσώνω το χάπι μου και να απολαμβάνω (όσο το δυνατόν) την παραμονή μου στα Άσπρα Σπίτια. Όντας κατεξοχήν λάτρης του ήλιου, της ζέστης και του καλοκαιριού, το να ζήσω  σε μια χώρα, όπου (υποτίθεται) είναι πάντα καλοκαίρι, ήταν ιδιαίτερα ελκυστικό. Μου έλεγαν γονείς και φίλοι «Ε, αν μη τι άλλο, είσαι στο κλίμα που αγαπάς», «Τον καιρό πάντως, τον πέτυχες» και άλλα παρηγορητικά, τύπου «Θα φας που θα φας το αγγούρι, τουλάχιστον θα το φας και δε θα’ναι κρύο»!!! Η πλάκα είναι ότι όντως το πίστευα... Το  πίστευα... Πίστευα δηλαδή ότι από το Λονδίνο καλύτερα εδώ στο Νότο, διότι τη βροχή ως γνωστόν τη σι-χαί-νο-μαι!!! ΧΑ!!!

Δεν είναι η θερμοκρασία το πρόβλημα (αυτή είναι πάντα – το χειμώνα – μεταξύ 15 και 20 βαθμών κελσίου). Το πρόβλημα είναι η συννεφιά, η έλλειψη ήλιου, φωτός, πώς το λένε!!!

Και πριν αρχίσετε να σκέφτεστε «Σιγά μωρέ πώς κάνεις έτσι, τί να πουν κι αυτοί που ζουν στη Σουηδία;», θα σας προλάβω και θα σας πω ότι αυτό που περνάω εγώ είναι χειρότερο. Στη Σουηδία δεν έχεις προσδοκίες για ήλιο, ζέστη και αιώνιο καλοκαίρι (αν έχεις, να το κοιτάξεις). Εδώ όμως, στο εξωτικό Μαρόκο, έχεις!!! Οπότε; Οπότε, αλλιώς τα περίμενες, αλλιώς τα βρήκες (αυτό δεν ισχύει μόνο για τον καιρό, αλλά ας μην επεκταθώ) και ξενερώνεις. Άσε που νομίζεις ότι ζεις σε σάι-φάι ταινία και ο «κακός» που ελέγχει το σύμπαν παίζει με τα κουμπιά και σου κάνει πλάκα (το Truman Show ala marocain ζω!!! – αυτό, επίσης, δεν ισχύει μόνο για τον καιρό, αλλά ας μην επεκταθώ).

Σταδιακά το συνηθίζεις (και αυτό). Δεν είναι όμως αυτή η συνήθεια που προκύπτει όταν κάτι παύει να σε ενοχλεί, διότι φυσικά και συνεχίζει να σε ενοχλεί, αλλά αυτή η κατάσταση που γίνεται συνήθεια διότι απλώς την αποδέχεσαι αφού δεν μπορείς να κάνεις κάτι για αυτό (Με ποιόν να τα βάλεις; Με τον Αλλάχ; Απαπαπαπααα ή μάλλον Lalalalalalala – όπου «la» ίσον «όχι». Μη νομίσετε ότι τραγουδάω για να κατευνάσω τον Μεγάλο – δεν το έχω χάσει εντελώς... ακόμη).

Έτσι, αρχίζεις να ξεκλέβεις καμιά ώρα εδώ κι εκεί μεσοβδόμαδα. Μια Τετάρτη με ήλιο τη μια φορά, μια Παρασκευή μετά από κανα δυο εβδομάδες και αράζεις σε ένα από τα κοντινά καφέ / εστιατόρια / «chic νυφοπάζαρα». Κάθεσαι στο σημείο με μηδέν σκιά (δύσκολο project, διότι και οι άλλοι το ίδιο με εσένα έχουν σκεφτεί) και ρίχνεις το κεφάλι προς τα πίσω, κλείνεις τα μάτια και φωτοσυνθέτεις. Πού να το ξέραμε με τη Ν., όταν χασκογελούσαμε στο γυμνάσιο (τότε που δώσαμε τη δική μας έννοια στον όρο) ότι η «φωτοσύνθεση» στις κοπάνες ήταν μεγάλη χλιδή που στην ενήλικη ζωή μας θα γινόταν δυσπρόσιτη «πολυτέλεια».

Επανέρχομαι. Η σπάνια, λοιπόν, φωτοσύνθεση ala marocain ακούγεται πολύ καλύτερη από ότι είναι, πιστέψτε με.

Όπως φαντάζεστε, το παραπάνω μίνι διάλειμμα γίνεται σε ώρα δουλειάς, οπότε είσαι με κουστουμάκι / ταγεράκι, χρώματος μαύρου (γιατί, βγαίνουν και σε άλλα;;;) κι εκεί που αρχίζεις να απολαμβάνεις τον ήλιο που χαϊδεύει το πρόσωπό σου και νιώθεις σαν ηρωίδα Άρλεκιν, το κάτω μέρος του σώματός σου φουντώνει και κορώνει (και όχι από τις ερωτικές σου φαντασιώσεις με τον ήλιο), οπότε σε 10-15 λεπτά νιώθεις το παντελόνι σου να φλέγεται και να κολλάει πάνω σου σαν να θέλει να σου πίει το αίμα (το σακάκι το έχεις βγάλει, εννοείται!!!) και δε σε χωράει ο τόπος.

Κουνιέσαι από εδώ, γυρνάς από εκεί, ώσπου καταλήγεις σαν τελικό σίγμα στην προσπάθεια να έχεις τα πόδια σου κάτω από το τραπέζι (μεχρι ψηλά στη λεκάνη), αλλά το πρόσωπο σου να παραμένει στον ήλιο (τα αφήνεις τέτοια χάδια;;;) κι όλα αυτά χωρίς να πρέπει να φανεί στο συνομιλητή σου ότι όση ώρα γυρνάς σαν τη δαιμονισμένη δεξιά - αριστερά και μπρος – πίσω δεν έχεις ακούσει κουβέντα από ότι σου λέει... Όνειρο!

Δε βαριεσαι... Είπαμε, το συνηθίσαμε κι αυτο. Άλλωστε, τί τον θες τον ήλιο; Είναι βλαβερός (χρόνια τώρα, αλλά αυτό δε με εμπόδισε ποτέ να ξεροψήνομαι με κάθε ευκαιρία σαν τοστ), κάνει ρυτίδες, φακίδες και άλλα σε –ίδες, τα οποία, στάνταρ, πρέπει να αποφεύγονται, οπότε θα έπρεπε να ευχαριστώ την καλή μου τύχη που τα Άσπρα Σπίτια μου βγήκαν Γκρι!

Ύστερα από αμέτρητες Συννεφιασμένες Κυριακές, τώρα πια, αν ξυπνήσω και δω λιακάδα, με πιάνει ένας ψυχαναγκασμός ότι πρέπει να μη χάσω την ευκαιρία να την απολαύσω. Αρχίζω να κάνω σχέδια στο μυαλό μου και να προσαρμόζω το απαιτητικό πρόγραμμα μου (πλυντήριο, πιάτα – όχι πάντα, ψώνια, άντε και κανένα beauté) για να βγω «στον ήλιο».

Μετά από αρκετή σκέψη, βάζω τον τρίτο καφέ και ανάβω την τηλεόραση...
.......................................
 
Υ.Γ. Μη μου ανησυχείτε βρε κουτά, ελάτε εσείς και θα σας πάω εγώ ΠουΣουΚου στο Marrakech που φλέγεται 365 μέρες το χρόνο!!!

4 σχόλια: