Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

LIKE A. NOWHERE...


1988. Μια καλοκαιρινή μέρα, λίγο πριν το ξημέρωμα. 3 πιτσιρίκες στην εφηβεία συνοδεία της μάνας-θείας φτάνουν σε ένα νησί άγνωστο για τον περισσότερο κόσμο. Η μικρότερη, χωρίς να έχει ιδέα για το που πάει, νιώθει απίστευτη αναστάτωση και ανυπομονησία… Ένα λιμάνι που μοιάζει φθαρμένο από το χρόνο και το κύμα, ελάχιστα φώτα, ένας δρόμος μόνο για πεζούς που οδηγεί στη Χώρα, 2-3 αχθοφόροι για τα μπαγκάζια, ένας σκοτεινός ορεινός όγκος και μια ανεξήγητη προσμονή…
Τα καλομαθημένα κορίτσια της πόλης δυσανασχετούν με την ατελείωτη ανηφόρα, εκτός από τη «μικρή». Περπατάει με μεγάλες δρασκελιές λες και πρέπει κάτι να προλάβει. Φεύγει πολύ μπροστά από τους άλλους, οδηγούμενη από το ένστικτο – άλλωστε, δεν υπάρχει κίνδυνος να χαθεί. Το σκοτάδι αρχίζει να ξανοίγει, αλλά ακόμη όλα είναι θαμπά. Όσο ανεβαίνει τόσο η αγωνία της μεγαλώνει. Θέλει να φτάσει εκεί ψηλά, στη Χώρα, στο μικρό σπίτι με τη μεγάλη αυλή που θα είναι το «σπίτι» της για τις επόμενες δυο εβδομάδες…
«Μην τρέχεις!!!» ακούει τη θεια της ξοπίσω, αλλά δεν κρατιέται. Άντε προχωράτε, πια!!!
Φτάνει στην είσοδο της Χώρας, προχωράει προς τα μέσα ακολουθώντας το βασικό σοκάκι. Το φως είναι πια τόσο όσο χρειάζεται για να διακρίνεις την ομορφιά. Φτάνει σε ένα πλάτωμα. «ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ», o φούρνος, ένα καφενείο… Κοντοστέκεται. Περιμένει τις άλλες και χαζεύει αποχαυνωμένη. Νάτο!!! Το αναγνώρισε από τις λίγες φωτογραφίες που τις είχε δείξει η μάνα της. Αρχίζει να τρέχει προς τα κάτω. Δεν ακούει. Η ανάσα της έχει γίνει γρήγορη και χαμογελάει χωρίς να το έχει καταλάβει… Βρίσκεται στην αυλή τη στιγμή που ο ήλιος αρχίζει να τη μαγεύει πίσω από τον βράχο, κάνοντάς τον να φαίνεται ακόμη πιο επιβλητικός. Κάθεται στη μάντρα-πεζούλι. Άφωνη. «Μεθυσμένη» από την εικόνα, την αίσθηση, την απόλυτη ηρεμία. Το αγαπάει το νησί, το ξέρει, χωρίς να χρειάζεται να το γνωρίσει καλύτερα… Είναι το νησί της.
2002. Εδώ και 2-3 χρόνια την «τρώει» που έχει να πάει τόσα χρόνια στο νησί. Δεύτερη και τελευταία φορά ήταν το 1991 με τους γονείς και την κολλητή της. Είχαν πάει για δύο εβδομάδες και έμειναν τρεις. Δεν ήταν αρκετό… Αυτό το τόσο δα μικρό κομμάτι γης ασκούσε μια υπέρμετρη γοητεία πάνω τους. Ο περιορισμένος χώρος του λιλιπούτειου σπιτιού δεν τους ενοχλούσε… Ποιος νοιάζεται για περιττά τετραγωνικά όταν νιώθει στην κορυφή του κόσμου, όταν αφήνεται στο πιο γλυκό γαλάζιο και μουδιάζει στην πιο «δραματική» δύση!..  Αυτό έκανε ακόμη πιο οξύμωρο ότι είχε απουσιάσει για τόσα χρόνια.
Τώρα όμως ήταν πάλι εδώ για μία εβδομάδα. Το σπίτι ένα δωμάτιο πιο μεγάλο για να χωράει φίλους. Η αυλή πάντα υπέροχη και «υπεράνω» όλων. 1-2 ταβέρνες παραπάνω, ένα ακόμη μπαρ, παραλίες που δεν είχε επισκεφθεί, πρόσωπα γνώριμα, χαμόγελα αληθινά… Δεν κατάλαβε ποτέ γιατί ξέσπασε σε κλάματα εκείνο το σούρουπο στη Βαγιά, μια μέρα πριν φύγει, αλλά ορκίστηκε μέσα της πως δε θα άφηνε ποτέ ξανά να παρασυρθεί από το χρόνο μακριά από το νησί της. Κάθε χρόνο, έστω και για λίγο, θα γυρνούσε…
Αυτό έκανε… Το 2003 πήγε για 5 ημέρες ηρεμίας και ξεκούρασης που έμελλαν να γίνουν οι πιο ξέφρενες διακοπές της στο νησί. Το 2004 ξημεροβραδιάζονταν με την Ελ. στο Αρμενάκι πίνοντας ρακόμελα και τραγουδώντας από λαϊκά μέχρι νέο κύμα… Από το 2005 και μετά η παραμονή έγινε δύο εβδομάδες μίνιμουμ, τα ρακόμελα έγιναν ρακή και, με εξαίρεση το 2010 που πέρασε το καλοκαίρι στο εξωτικό Μαρόκο, δεν έχει λείψει καμία χρονιά, τιμώντας την υπόσχεση στον εαυτό της εκείνο το καλοκαίρι της «επιστροφής»…
12 χρόνια. 12 καλοκαίρια. 12 χούφτες αναμνήσεις. Τα καλοκαίρια της «μαρμότας» όπως λένε με τους φίλους ως εσωτερικό αστείο… 12 καλοκαίρια με ανακατεμένες αναμνήσεις που ξεχωρίζουν μόνο όταν θυμάσαι ποιοι φίλοι ήταν μαζί, ποιος είχε ταίρι και ποιος όχι, με ποιον πήγες και ποιον γνώρισες… Ακόμη και τότε όμως, δεν είσαι σίγουρος, χωρίς αυτό να έχει σημασία… Όλα είναι ονειρικά και, όπως στα όνειρα, ο χρόνος εξαφανίζεται… Όχι όμως οι μυρωδιές, οι μουσικές, οι αισθήσεις, τα πρόσωπα…
Πρόσωπα – σταθερές αξίες, οι «φίλοι του καλοκαιριού». Αυτοί που χάνεστε το χειμώνα, αλλά ανυπομονείς να τους δεις και σε περιμένουν με το που πλησιάζει 20 Ιουλίου. Κι ύστερα η «μύηση» νέων πιστών. Φίλων που ήρθαν με περιέργεια και επιφύλαξη για να γίνουν σχεδόν αμέσως φανατικοί του νησιού σου. Αχ, πόση χαρά σου δίνει αυτό!!! Η Ελ. από τις πρώτες αφίξεις. Αργότερα η Τζ. που έγινε σταθερή αξία, και η Εμ. που βρίσκει εκεί την «παιδική χαρά» της, ο Ν. που έγινε «μόνιμος», ο Γ. που δεν παύει να ανακαλύπτει νέες ομορφιές και σε συγκινεί που το αποκαλεί νησί του και ο Μ. που ακόμη δεν μπορεί να πιστέψει τι έκρυβε αυτή η κουκίδα δίπλα στην ιδιαίτερη πατρίδα του… αλλά και άλλοι που κρατάνε το νησί σαν μια μοναδική ανάμνηση κι ας μην κατάφεραν ακόμη να επαναλάβουν, αν και το έχουν πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού τους…
Οι γνωριμίες στο πρωινό, στη θάλασσα, στη «Μαργαρίτα», στο «Αρμενάκι», παντού… Μια ελαφρότητα και μια προθυμία που μοιάζει να πηγάζει από το ίδιο το νησί. Μια αύρα ανεπανάληπτη που πριν χρόνια χαρακτήριζες ως γραφική αναφορά παρμένη από κάποιο άρθρο σε free press έντυπα, αλλά που πλέον δέχεσαι με ιδιαίτερη γλύκα κι ένα χαμόγελο. Φίλοι που γνώρισες εκεί και απέκτησαν μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά σου. Ο Q. που γνώρισες σε ένα ωτοστόπ, μάλλον το 2003, και δεν περιμένατε ποτέ ότι θα ανταλλάσατε απόψεις για τα LUX της Πιτσούλας χρόνια μετά, ο Στ. που αγάπησες, ο Χρ. και η Ε. που έγιναν «στενός κύκλος» χωρίς πολλά λόγια και προσπάθεια, ο Β. που σου μιλάει με τα μάτια, η Κ. που κάνει απουσίες τελευταία, η Fr. και ο Tr. που είναι πιο ντόπιοι κι από τους ντόπιους, ο Λ. που τον νιώθεις δικό σου άνθρωπο κι ας χάνεστε λίγο τους χειμώνες, ο Μ. και η Α., το ζευγάρι «σύμβολο», ο Π. σου… και κάθε χρόνο νέες αφίξεις, φρέσκα χαμόγελα, ζεστές κουβέντες και τρυφερά αντίο γεμάτα υποσχέσεις για επιστροφή…
Στέκια αναλλοίωτα έχουν γίνει προέκταση του σπιτιού σου. Αμμουδιές που αλλάζουν σύνθεση και σχήμα, αλλά παραμένουν πάντα οι αγαπημένες σου. Μεθυσμένα βράδια και ζαλισμένα πρωινά με κρουασάν, Milko και σκανταλιάρικα γέλια που σε κάνουν να νιώθεις νέος… Το νησί-καταφύγιο. Το σπίτι-άσυλο. Οι πιο ελεύθερες στιγμές της ζωής σου. Οι 15-20 μέρες που μπαίνεις σε παρένθεση και αφήνεσαι στο ρεύμα, στο ρυθμό, στην έκπληξη… Με μαλλιά μπερδεμένα από το αλάτι, δέρμα λαμπερό από τον ήλιο, βλέμμα έτοιμο για αταξίες και ανέμελη διάθεση κινείσαι χωρίς πρόγραμμα και προσδοκίες… Μόνο σου μέλημα, να μην έχεις κανένα μέλημα… Πόσο υπέροχη αίσθηση!!!
Λειτουργείς όπως πάντα χωρίς να αντιλαμβάνεσαι την ηλικία σου, αφού όλα είναι όπως χθες, όπως πέρυσι, όπως 12 χρόνια πριν… Έτσι εξηγείται η λατρεία των «παλιών» για το νησί. Αυτών που πήγαν το ’88 και δεν έκαναν μεγάλες απουσίες από τότε… Ναι, τώρα ξέρεις. Επιστρέφουν κάθε χρόνο για λίγο στη νιότη τους και αυτό τους κάνει πραγματικά νέους. Το νιώθεις κι εσύ. Τα καλοκαίρια μοιάζουν με συνέχειες εκείνου του πρώτου καλοκαιριού κι όταν είσαι εκεί είναι σαν να γυρνάς σε εκείνο το πρώτο καλοκαίρι… Μαγεία.
Άλλος ένας λόγος, λοιπόν, να μένουν εκκρεμότητες. Άλλος ένας λόγος να επιστρέψεις… Μια παραλία, η αναρρίχηση στο «βράχο», ένα μονοπάτι, ένα μαγαζί ή και δυο, μια μέρα στο «πίσω μέρος», μια νύχτα στο Μοναστήρι, ένα κάλεσμα στο σπίτι, μια επίσκεψη, ένα παράπονο, μια αγκαλιά…
«Εν καιρώ» σκέφτεσαι και νιώθεις μια υπέροχη σιγουριά, αφού το νησί σου θα είναι εκεί.
«Βράχος!!!» φωνάζεις από μέσα σου και χαμογελάς με γλυκιά μελαγχολία…     
 
  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου