Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2014

ΕΝΑ ΔΩΔΕΚΑΤΟ...


Ανοίγω τα μάτια τόσο αργά σαν να τα βαραίνει ο κόσμος όλος… Μετά από ένα ακόμη βροχερό Σαββατοκύριακο στον γκρι καναπέ σε σχήμα Γ (σταθερή αξία), η αρχή της εβδομάδας μου φαίνεται πιο δύσκολη από ποτέ… Δεν κοιμάμαι πολύ καλά τελευταία, χωρίς να μπορώ να εντοπίσω ακριβώς το γιατί. Οι μέρες μου φαίνονται ατελείωτες και την ίδια στιγμή όλες μαζί μοιάζουν να διαρκούν ένα λεπτό. Ήδη το ένα δωδέκατο του 2014 έφυγε και είναι η πρώτη φορά που κάνω αυτή τη διαπίστωση τόσο νωρίς μέσα στο χρόνο… 4 χρόνια.

4 χρόνια τόσο γεμάτα, αλλά και τόσο «άδεια»… Εδώ κι εκεί, παντού. Κοντά και μακριά. Μαζί και χώρια. Στιγμιότυπα από τις ζωές αυτών που αγαπώ, μόνο στιγμιότυπα… Σκέψεις και αναβλητικότητα. «Θα πάρω τηλέφωνο…» «Θα ειδωθούμε την επόμενη φορά…» «Θα έρθω…» «Θα έρθεις;» «Μου λείπεις…» «Πού είσαι;» «Όλα καλά;;;» Χμμμ… Όλα καλά!!! Νέα… Τί νέα;;; Θα τα πούμε από κοντά… από κοντά; Ραντεβού από μήνα σε δίμηνο και αν…

Έτσι περνάνε τα δωδέκατα του χρόνου… με υποσχέσεις, προσδοκίες κι αναβολές!!! Κάποιοι με καταλαβαίνουν απόλυτα, κάποιοι με συγχωρούν («Τι να πρωτοπρολάβεις κι εσύ!!!»), κάποιοι με αγαπάνε έτσι απλά… κι εγώ τρέχω να προλάβω ότι μπορώ! Εκεί που τρέχω επιβραδύνω. Δεν έχει νόημα σκέφτομαι. Καλύτερα κάποια στιγμή χωρίς πίεση, παρά να γίνουν όλα βιαστικά. Δε θέλω να βλέπω την κολλητή μου με το ρολόι στο χέρι γιατί κάπου αλλού πρέπει να βρίσκομαι μετά… Δε γουστάρω να ξυπνάω την Κυριακή (αυτή τη μια Κυριακή) και να έχω ήδη πρόγραμμα… Αναπολώ τις μέρες χωρίς πλάνο, που άρχιζαν με ένα καφέ και τελείωναν την άλλη μέρα το πρωί. Χωρίς την αγωνία να προλάβω. Γονείς, τσεκ. Γιαγιά, τσεκ. Αμόρε, τσεκ. Κολλητή 1, τσεκ. Κολλητή 2, τσεκ. Κολλητή 3, τσεκ. Φίλοι τσεκ, τσεκ, τσεκ κοκ. Οδοντίατρος, τσεκ. Λογιστής, ακόμη σε εκκρεμότητα… Σπίτι, στον πάγο.

Γεννητούρια, γιορτές, γενέθλια, γλέντια, αρρώστιες, αγωνίες… Εγώ, αλλού. Μικρό το κακό, την επόμενη φορά… «Όταν θα έρθεις…» και φεύγει ο καιρός και χάνεται… μα η ψευδαίσθηση ότι θα αναπληρώσω τις στιγμές παραμένει… Παραμένει μέχρι τη στιγμή που το «γεγονός» δεν παίρνει αναβολή. Γιατί, παίρνει αναβολή ο θάνατος;

Ο θάνατος βάζει τέλος και το τέλος σε κάνει ανήμπορο και σε ταράζει όσο τίποτα. Αυτό με αποσυντονίζει… Να χάνεται ένα αγαπημένο πρόσωπο κι εγώ να είμαι στου διαόλου τη μάνα… Να μην προλάβω να πω ένα γεια, να του κρατήσω το χέρι για μια τελευταία φορά, να έχουμε χαθεί, πλέον οριστικά. Αμηχανία. Θλίψη. Ντροπή. Που δεν ήμουν εκεί… Που δεν εξέφρασα την αγωνία και την αγάπη μου… Που ανέβαλα την επίσκεψη για μια επόμενη φορά. Παρτάκια!!! Σκατά τα έκανες!!!

Χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν η μάνα μου. Πρωί. Κάτι κακό συμβαίνει. Δεν παίρνει ποτέ πρωί, μην ενοχλήσει το «στέλεχος» (τρομάρα μου). Αρχίζει να ρωτάει τι κάνω και επιμένω «Μαμά, τί έγινε;»… «Εδώ, καλά, εσύ;» «Μαμά, τι έγινε; Πες!!!» «Η Γ....… » λέει κι έχω καταλάβει… Τέλος. Ειρωνεία. Την σκεφτόμουν πάλι το Σαββατοκύριακο κι έλεγα πως αυτή τη φορά θα πάω να τη δω χωρίς αναβολή… Εύγε… Μείνε τώρα σαν το μαλάκα, άφωνη και ανήμπορη ακόμη και να εκφράσεις τη λύπη σου και το πόσο την είχες στο μυαλό σου. Μοιάζει να μην έχει νόημα. Μοιάζει σαν αυτά που κοροϊδεύεις… και να ακούς από πάνω την Πιτσούλα να ζητάει συγγνώμη που σε στενοχώρησε πρωί-πρωί…
Α ρε μάνα!!!

3 σχόλια:

  1. Aγαπάμε να διαβάζουμε ξενιτεμένη Αρετούλα...Φιλί και υπόκλιση!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Όχι "Αρετούλα", όχι "Αρετούλα"!!! ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή